ΩΡΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ- ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ-ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ04

ΤΕΝΝΕΣΣΗ ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ «Ο τελευταίος Επισκέπτης» στο Θέατρο ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ
ΧΑΡΟΛΝΤ ΠΙΝΤΕΡ « Ωραία Χρόνια» στο θέατρο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΡΝ
ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ «Τρεις Αδελφές» στο Θέατρο ΚΑΤΙΑ ΔΑΝΔΟΥΛΑΚΗ

«Ο Γαλατάς δεν θα ξανάρθει» θα μεταφράζαμε ελεύθερα τον πρωτότυπο τίτλο του
έργου (The milk train doesn’t stop here anymore) του Τ. Ουίλλιαμς, δηλαδή
σα να λέμε, «δεν έχει άλλο, πάει, αυτό ήταν, τέλειωσε, η ζωή έχει κάνει
τον κύκλο της». Πριν το οριστικό αντίο, η κυρία Γκόφορθ, αριστοκράτισσα που
έζησε τη ζωή της ως πραγματική σταρ, κάνει τον τελευταίο απολογισμό
υπαγορεύοντας, όχι χωρίς ναρκισσισμό, τα απομνημονεύματά της. Ο νεαρός που
θα εισβάλλει στη ζωή της, «ως τελευταίος επισκέπτης» , δεν είναι παρά ένας
ζιγκολό, αλλά ταυτόχρονα και άγγελος θανάτου. Η σχέση τους όμως θα οδηγήσει
και τους δύο σε αναθεωρήσεις των στερεοτύπων τους, σε μια νέα θέαση της
ζωής. Ένα έργο για τη μνήμη, μια στάση αναλογισμού και αυτοπροσδιορισμού
της ύπαρξης στο παράξενο πέρασμά μας από τον κόσμο.
Στο έργο κυριαρχεί η πρωταγωνίστριά του. Είναι πράγματι γραμμένο για μία
σολίστ, ιδανικό για ώριμες ερμηνεύτριες. Τα άλλα πρόσωπα απλά την
πλαισιώνουν.
Ο Πέτρος Ζούλιας άφησε το έργο να εξελιχθεί στη ρότα των ηθοποιών, χωρίς
κατά τη γνώμη μου, ιδιαίτερη σκηνοθετική αντίληψη.
Η Αντιγόνη Βαλάκου ακούμπησε το ρόλο χαριτωμένα, ανάλαφρα, με χιούμορ και
ειρωνία, ελέγχοντας πλήρως τα εκφραστικά της μέσα. Είχα την αίσθηση ότι
διασκέδαζε κι η ίδια με την ηρωίδα που ενσάρκωνε, μεταφέροντάς μας τις
πικρές αλήθειες του συγγραφέα, χωρίς περιττά βάρη, σα να μας καλούσε να
πάρουμε μέρος με καλή διάθεση στο παιγνίδι της ζωής.
Αντίθετα ο Στράτος Τζώρτζογλου, εκτός από το καλλίγραμμο κορμί του, δεν
έβαλε και την ψυχή του στο ρόλο του Κρίστοφερ. Ηταν επιδερμικός και δεν μας
έπεισε για την μετάλαξη του ψυχισμού του ήρωά του που παρέμεινε υποκριτικός
. Σωστά η Ερση Μαλικένζου συνέλαβε το γκροτέσκο της Μάγισσας του Κάπρι, ενώ
υπέρ του δέοντος συγκρατημένη η ερμηνεία της Νένας Μεντή στη γραμματέα –
Μπλάκυ.
Ενας άλλος κόσμος, ο Πιντερικός, ξεδιπλώνεται στη σκηνή του Θεάτρου
«Δημήτρης Χορν», μέσα από τα «Ωραία Χρόνια» σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή.
Εδώ η μνήμη, δε σχετίζεται με απολογισμούς ζωής και η ανάμνηση δεν έρχεται
για να συμφιλιώσει με το χρόνο. Εδώ τα ερωτηματικά που πλανιώνται έγκεινται
στο τι είναι πραγματικότητα, τι είναι ανάμνηση, τι είναι αλήθεια. Αυτό που
μας συνέβη, είναι αυτό που θυμόμαστε, η τελικά μας συμβαίνει ό,τι
θυμόμαστε.
Το μηχανισμό της μνήμης θα κινητοποιήσει η ξαφνική επίσκεψη της Αννας στο
σπίτι του ζεύγους της Κέιτ και του Ντήλυ. Η Κέιτ φαινομενικά ευαίσθητη και
ευάλωτη, η Αννα εκρηκτική και ο Ντήλυ, υποθετικά κρατάει τον έλεγχο του
παιγνιδιού. Όλα όμως αυτά αιωρούνται σε μια σκόνη αμφισβήτησης, ποια τα
πρόσωπα και ποια τα προσωπεία, ποιος έχει ή δεν έχει το πάνω χέρι. Η
συμβατικότητα ανατρέπεται από την άποψη που τα πρόσωπα, σταδιακά δείχνουν
να έχουν για τη ζωή τους. Κι όλα αυτά με αρκετό σαρκασμό, αλλά και ρωγμές
τρυφερότητας σε μια απέλπιδα προσπάθεια των προσώπων να επικοινωνήσουν. Ο
Σταμάτης Φασουλής που υποδύεται τον Ντήλυ, έδειξε να κατανοεί κατ’ αρχήν
πως ο Πίντερ έχει ρυθμούς, σιωπές και ανάσες που αποτελούν δομικά στοιχεία
του έργου του. Όμως όλα αυτά τα μετέφρασε σε σκηνική «χαριτωμενιά», που
στιγμές-στιγμές άφηνε την αίσθηση ότι γλύστραγε στη ευκολία των
επιθεωρησιακών τύπων που με επιτυχία έχει ερμηνεύσει στο παρελθόν. Ετσι σε
πολλά σημεία ο ρυθμός κύλαγε επιφανειακά, αφήνοντας άθικτο το επιθετικό
υπόστρωμα του έργου και τα πραγματικά του ερωτηματικά. Η Ολια Λαζαρίδου
ήταν αυτή που από δική της εσωτερική διεργασία βρέθηκε πιο κοντά στην
πιντερική Κέιτ, ενώ η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη απέδωσε μια «μοιραία» εκδοχή
της Αννας, σίγουρα γοητευτικής, αλλά δεν ξέρω πόσο αποτελεσματικής ως προς
τις προθέσεις του συγγραφέα. Ο Πίντερ δεν γίνεται εύληπτος με το να τον
«αραιώνεις». Η πας μαζί του στα βαθειά (κοινό και συντελεστές), ή γίνεται
ένα πληκτικό παιγνίδι.

ΑΘΗΝΑ 2-12-04

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ