45ΣΚ03

Ο ΕΠΙΜΕΝΩΝ ΝΙΚΑ;

Τις πολύ παλιές εποχές του προηγούμενου αιώνα, όταν ακόμα υπήρχε μια
δεδομένη τάξη στις ζωές των ανθρώπων, την Κυριακή των Βαϊων ο θιασάρχης
έδινε ως δώρο στο θίασο ένα αρνί, για να κάνουν Πάσχα και οι συνήθως
κακοπληρωμένοι –πλην των πρωταγωνιστών- ηθοποιοί και κει έληγε εν μέσω
ασπασμών και ευχών η χειμερινή θεατρική σαιζόν.
Αλλά αυτά ανήκουν πλέον οριστικά στην ιστορία.
Σήμερα που μιλάμε, στην πρωτεύουσα, σαράντα πέντε θεατρικές σκηνές
συνεχίζουν ακάθεκτες να προσφέρουν χειμερινό θέαμα, παρά τις συνηθισμένες
για την εποχή υψηλές θερμοκρασίες (κι ας τις θεωρούν οι μετεωρολόγοι
ασυνήθιστες).
Ακόμα και τα ΔΗΠΕΘΕ μετέφεραν αυτήν την εποχή τις παραστάσεις τους στην
Αθήνα, αναζητώντας την αποδοχή του κέντρου ως επιβεβαίωση της επιτυχίας
τους αλλά και ως δέλεαρ για τους συντελεστές τους, ότι δηλαδή δεν θα χαθούν
στην επαρχιώτικη ανωνυμία.
Μια ματιά στις παραστάσεις και τους συντελεστές τους, μας οδηγούν σε μερικά
ενδιαφέροντα συμπεράσματα για όλον αυτόν τον κόσμο που κινείται γύρω από
την θεατρική παραγωγή.
Αν εξαιρέσουμε κάποιες πετυχημένες παραστάσεις που συνεχίζονται λόγω
ακριβώς της επιτυχίας τους αλλά και του συγκυριακού γεγονότος ότι ξεκίνησαν
μετά τα Χριστούγεννα, οι περισσότερες είναι καινούργιες και έχουν στηθεί
από ηθοποιούς και ομάδες, που δεν έχουν κατορθώσει (;) να ενταχθούν στο
θεατρικό κύκλωμα.
Η περίοδος Μαϊου – Ιουνίου, έχει το προσόν να απελευθερώνει θεατρικούς
χώρους και αίθουσες, συνήθως σε πιο φθηνή τιμή για ευνόητους λόγους και
έτσι δίνει τη δυνατότητα σ’ αυτές τις ομάδες ν’ αποκτήσουν για λίγο
πρόσβαση στο κοινό. Μια σφήνα στα πλευρά του κυρίαρχου σώματος.
Ετσι μη δόκιμοι ακόμα ηθοποιοί, σκηνοθέτες αλλά και συγγραφείς δοκιμάζουν
τις δυνάμεις τους στη σκηνή, συνήθως με δικά τους έξοδα και μεγάλες
ελπίδες.
Πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτό το φαινόμενο, πέρα από το ότι καταδεικνύει
πως η θεατρική αγορά δεν μπορεί ν’ απορροφήσει όλους τους υπαρκτούς ή
νομιζόμενους συντελεστές, περικλείει και μια δυναμική.
Γι αυτό και η πρωτοβουλία του Εθνικού θεάτρου τα τελευταία δύο χρόνια, να
προσφέρει την υποδομή του για να εκφράζονται τέτοιες νέες δυνάμεις (Εθνικό
– Αδειος Χώρος) αγκαλιάστηκε γρήγορα και συνεχίζει να σημειώνει επιτυχία.
Αυτός ο τρόπος ενίσχυσης της νέας θεατρικής παραγωγής, γνωστός κυρίως από
τη Γερμανία, είναι ίσως πολύ πιο αποτελεσματικός απ’ ό,τι οι ανεξέλεγκτες
μικροεπιχορηγήσεις νέων σχημάτων που ξεσήκωσαν στο παρελθόν πολλές
συζητήσεις. Τολμώ δε να πω ότι αποτελεί ίσως γενικότερα έναν καλό πιλότο
για εναλλακτικούς τρόπους ενίσχυσης των θιάσων –κυρίως νέων και
πειραματικών – απ’ ό,τι η επιλεκτική οικονομική ενίσχυση. Δηλαδή να
προσφέρει το Εθνικό Θέατρο και το Υπουργείο Πολιτισμού, κάθε υλική βοήθεια
(χώρους, μηχανολογικό εξοπλισμό, φώτα, σκηνικά, κοστούμια κλπ) ακόμα και
συμβούλους τεχνογνωσίας, σε νέα σχήματα που διαθέτουν κάποιο θεατρικό
σχέδιο δράσης και που δεν έχουν βρει θεατρικό παραγωγό για να το
υλοποιήσουν.
Επειδή όμως μέχρι σήμερα κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί σε μεγάλη έκταση, οι
θεατρικές ομάδες προσπαθούν μόνες τους να πιάσουν μια θέση στη θεατρική
πιάτσα, στήνοντας συνήθως αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρίες, για ν’
αποφύγουν το ΙΚΑ και τη συλλογική σύμβαση εργασίας του ΣΕΗ. Διότι τα
χρήματα πολύ εμίσησαν, τη δόξα ουδείς. Εστω και την μελλοντική.
Τέλος πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι στην Αθήνα υπάρχει ένα κοινό –καθόλου
ευκαταφρόνητο αριθμητικά – που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σττηρίζει τις
θεατρικές προσπάθειες, ακόμα κι αυτές που κινούνται στις παρυφές του
αναγνωρισμένου επαγγελματισμού, δίνοντας θάρρος στους τολμούντες και
επιμένοντες.

14-5-03
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ