Ο ΘΕΟΣ ΚΙ Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ-α’ πρόσωπο (2)

Ο ΘΕΟΣ ΚΙ Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ

Όταν ο πατέρας μας έβαλε να διαλέξουμε για προίκα μας το οικόπεδο στου
Παπάγου ή το νεοκλασικό του Μεταξουργείου, με θέα την Ακρόπολη, μες το
κέντρο, τα σινεμά και τα θέατρα, δυο βήματα το Κοτοπούλη και το Εθνικό,
αλλά και το Περοκέ, εγώ σαν μεγαλύτερη φώναξα «φυσικά το νεοκλασικό δικό
μου» κι ας είχε ακόμα σημάδια στις προσόψεις από τις μάχες του Δεκέμβρη
του 44 κι ήταν κλειστό εδώ και δέκα χρόνια. Μετά το θάνατο της μητέρας από
φυματίωση στο λοιμό του ’41, μείναμε στο πατρικό του πατέρα, μια
διπλοκατοικία στο Παγκράτι που όμως προορίζονταν για την χήρα θεία από την
πλευρά του πατέρα, που συγκατοικούσε μαζί μας. Στην αδερφή μου έμεινε το
οικόπεδο προς το βουνό, «τί, εκεί θα με φάνε τα τσακάλια» είπε , αλλά το
βλέμμα του Στρατηγού την έκοψε με τη μία, σαν ξιφολόγχη, δε σήκωνε πολλά-
πολλά, ο πατέρας.

Η μεγαλύτερη διαλέγει πρώτη.

Κι έτσι η αδερφή μου σε λίγα χρόνια έγινε η κυρά – Νίνα, με δύο παιδιά,
σύζυγο ταγματάρχη, που την πέρναγε καμιά δεκαπενταριά χρόνια, ψηλός,
σπαθάτος που επί «επαναστάσεως του ‘67», πήρε δάνειο, έκτισε μεζονέτα,
άνοιξε αργότερα κι η Κατεχάκη, σε 20 λεπτά ήσουν στο κέντρο, με
αυξομειώσεις των νόμων και του «αέρα» έκτισε κι άλλους δύο ορόφους, έναν
για κάθε παιδί , συμπλήρωνε έτσι το μισθό του , όλα καλά κι ωραία.

Μετά το γάμο της αδερφής μου το 57 και το θάνατο του πατέρα εκεί γύρω στο
58, μετακόμισα στο παλιό αρχοντικό, με την εσωτερική αυλή και τα
μπαλκονάκια με τα περίτεχνα φουρούσια να βλέπουν τη Μ. Αλεξάνδρου κι από
κει την Ακρόπολη, προίκα της μάνας μου και τώρα δική μου.

Ήμουν λεπτή, καστανή με μεγάλα μαύρα μάτια, στα 29, και περίμενα ότι ο
ακριβός μου Λοχαγός, θα φανεί καθώς του πρέπει.

Δύσκολα το’ φερνα βόλτα τούτο το απαιτητικό σπίτι με τα ζωγραφιστά
ταβάνια, τις σκάλες, σκαλίτσες, αποθηκάκια, πλυσταριά, δωμάτιο υπηρεσίας,
κουζινοτραπεζαρία, μικρά κουζινάκια, βεσέδες και μπάνια, ξύλινα πατώματα
που θέλαν συντήρηση, τα’ τρωγε το σαράκι, γέμισαν τρυπίτσες, ζωντανό πράγμα
το ξύλο , μουρμούραγε τα βράδια, αλλά και τα μάρμαρα, μαύριζαν, λύγιζαν από
τον χρόνο. Τα χρήματα που μου άφησε ο πατέρας ίσα που έφτασαν για την πρώτη
ανακαίνιση, μόνον οι τρύπες από τις σφαίρες εκείνου του αναθεματισμένου του
Δεκέμβρη δε λέγανε να κλείσουν.

Αλλά δεν το’ βαλα κάτω… Ούτε όταν έκλεισαν τα θέατρα και τα σινεμά, ούτε κι
όταν γέμισε ο τόπος από τα ερειπωμένα δίπατα που πια φιλοξενούσαν τον
«αγοραίο έρωτα» και λεωφορεία έσκουζαν κάτω από το παράθυρό μου. Ούτε κι
όταν γέμισε η πλατεία με ανθρωπάκια μαυριδερά, γυναίκες με πολύχρωμες
μαντίλες, ή άλλες με πολύχρωμες φορεσιές και σκούρα πρόσωπα που’ σερναν
παιδόπουλα στις λίγες αλάνες και κάθονταν σε ακόμα λιγότερα παγκάκια. Ούτε
όταν ο αέρας μύριζε κάρυ κι άλλα έντονα μπαχαρικά που δεν τα ήξερα κι ούτε
ήθελε να τα μάθω. Απλώς οι βόλτες μου έπαψαν να γίνονται προς τα κάτω, στο
δρόμο, στη γειτονιά, όλο και περισσότερο τα βήματά μου με οδηγούσαν προς
τα πάνω, στην ταράτσα κι από κει τα μάτια μου ταξίδευαν στη φωτισμένη
Ακρόπολη.

Δεν ξέρω πότε ακριβώς έπαψα να περιμένω τον ωραίο λοχαγό που’ χα γνωρίσει
ένα καλοκαίρι του 57 στις κατασκηνώσεις του Αγίου Ανδρέα.

Μη με ρωτάτε περισσότερα…Δε θέλω να θυμάμαι.

Ούτε τα χρόνια που περνούν μετράω…

Για μένα ο χρόνος δεν έχει αρχή και τέλος.

Χρόνος είναι οι ωραίες εικόνες..

Ακόμα και του μυαλού.

Ωραίες στιγμές..

Ωραία πρόσωπα..

Ας πούμε:

Θυμάμαι την Κάλλας στο Ηρώδειο το 1957. Αυτή μάλιστα ..Είναι μια ημερομηνία
με νόημα…Είχε γίνει χαμός στις εφημερίδες και στην αρχή είχε ματαιώσει την
εμφάνισή της. Ζήταγε πολλά; Κρύωσε; Εφταιγε ο αέρας στο κότερο του Ωνάση;
Λέγονταν πολλά…

Στην Επίδαυρο το 60 και το 61, δεν κατάφερα να πάω…Ετσι έχασα τη Νόρμα και
τη Μήδεια.

Ετσι δεν ξέρω και πότε ακριβώς μεταβλήθηκα από Δεσποινίς Ευδοκία, σε
«άγαμη θυγατέρα», κόρη Στρατηγού «που Θεός σχωρέστον, μου άφησε καλή
σύνταξη να πορεύομαι αξιοπρεπώς».

Ίσως ήταν πριν 10 χρόνια, όταν άκουσα στην τηλεόραση ότι μειώνονται οι
συντάξεις «των αγάμων θυγατέρων» και ειρωνεύονταν οι παρουσιαστές των
ειδήσεων τη γενιά μου και τα εθισμένα της. Αλλά πού ξέρουν αυτοί;

Λίγο – λίγο σταμάτησα εντελώς να βγαίνω από το σπίτι. Τηλεφωνούσα και μου
τα’ φερναν όλα.

Ο μπακάλης, ο μανάβης και το παιδί από το κούριερ.

Αυτό τελικά, με ενοχλούσε περισσότερο απ’ όλα. Όχι ο νεαρός. Μια χαρά παιδί
ήταν. Αλλά «το κούριερ».

Εγώ γνώριζα τον ταχυδρόμο… Αυτόν περίμενα χρόνια τώρα…. Αυτός μου έφερνε
επιστολές, λογαριασμούς, πακετάκια, ευχετήριες κάρτες, τη σύνταξη. Γιατί
εγώ ανήκω στα χειροποίητα χρόνια της ιστορίας (με περηφάνια).

Στην αρχή της κρίσης – εγώ άντεξα…

Σιγά – σιγά όμως, με τις περικοπές και τις λοιδορίες των δημοσιογράφων της
τηλεόρασης για τις «άχρηστες άγαμες θυγατέρες, που το κράτος τις ταϊζει
τζάμπα και εν πάση περιπτώσει να πάνε να εργαστούν», ενέδωσα και νοίκιασα
το ημιυπόγειο σε μια οικογένεια Αφγανών, το ζευγάρι και τέσσερα παιδιά, δύο
κορίτσια και δύο αγόρια, παιδόπουλα 6 με 10 χρόνων, με χαρτιά, παράνομους
δεν ήθελα στο σπίτι μου, άλλο αν τα χρήματα τα έπαιρνα μαύρα, (θα έχανα τη
σύνταξη αλλιώς, μου τα’ πε εμένα ο λογιστής μου) μ’ αυτή τη συμφωνία τους
δέχτηκα. Συστάσεις πήρα από τον κυρ- Μιχάλη τον εργολάβο που είχε χτίσει τη
μισή γειτονιά και που είχε τον άνδρα στη δούλεψή του. Τώρα συνταξιούχος,
χαιρόταν τα κόπια του σ’ ένα προάστιο, την Άνοιξη, στο πουθενά δηλαδή, εγώ
γνωρίζω τα καλά προάστια, την Κηφισιά και την Εκάλη απ’ τα Βόρεια, τη
Γλυφάδα, άντε και τη Βούλα, Βουλιαγμένη στα Νότια. Ποια Άνοιξη και
κουραφέξαλα. Μπογιάτι το ξέραμε οι παλιοί. Και Μπογιάτι έμεινε.

Επαφές δεν είχα μαζί τους, κατά καιρούς μόνο ένα από αυτά τα μελαμψά
ανέβαινε τη βαριά ξύλινη σκάλα για να μου φέρει την αλληλογραφία, ή τα
ψώνια που άφηναν στο πλατύσκαλο οι μαγαζάτορες της γειτονιάς. Δεν με
ενοχλούσαν καθόλου. Να έλειπαν κι εκείνες οι βαριές μυρωδιές που ανέβαιναν
από το φωταγωγό κατ’ ευθείαν στα ρουθούνια μου!!! Αλλά δεν μπορείς να τα
’χεις όλα σ’ αυτή τη ζωή.

Κι όλο ανέβαινα στην ταράτσα ..

Είχα γίνει πιά η «Κυρία Ευδοκία».

Δεν τους διόρθωνα…

Εκείνο το… «Δεσποινίς παρακαλώ» όταν κάποιος με προσφωνούσε «κυρία» , ήταν
γελοίο και το ‘ κοψα…

Και πέρασαν κι άλλα χρόνια…

Πέσαν πάνω στα προηγούμενα, φτιάξαν έναν μαλακό «γιούκο», σαν της γιαγιά
μου – τι θυμήθηκα πάλι – κι εγώ ξάπλωνα επάνω τους, άνετη, χωρίς φορτία,
από παιδιά, γατιά, συγγενείς, κυρίως αυτούς …τους συγγενείς…

Α!!! όχι..εγώ υπήρξα «ανεξάρτητη, μονήρης»… Χωρίς δεσμεύσεις…

Τώρα τελευταία μεγάλο σαματά έκαναν στην τηλεόραση μ’ αυτό το «lock dawn”.

“Verrouiller”, “Verrouiller” παρακαλώ. (Βεγουιγιέ)

Εγώ είμαι της γαλλικής σχολής. Τα αγγλικά δεν μου ταιριάζουν. «Πολύ
εμπορικά». «Δεν είναι για γυναίκες της τάξεώς μας».

Παρακολουθούσα λοιπόν αδιάφορη τις εξελίξεις γύρω από αυτήν την καινούργια
γρίπη, τον «κορωναϊό» όπως τον έλεγαν.

Το μόνο που έκανα ήταν να πάρω τηλέφωνο τον κύριο Δημοσθένη, ιατρό κουράντε
της οικογένειάς μας χρόνια τώρα, συνταξιούχο πλέον, αλλά πλήρως ακμαίο και
ενημερωμένο, για να μάθω αν κινδυνεύω.

«Όχι δεσποινίς Ευδοκία μου είπε» (χιχι…είναι ο μόνος που δε
διορθώνω…παλιό φλερτ βλέπετε). Μόνο άσε τις πολλές επαφές με τους έξω κι
όλα θα πάνε καλά».

Και πήγαιναν. Τίποτα άλλωστε δεν είχε αλλάξει τη δική μου ρουτίνα . Ούτε
είχα πολλά – πολλά με τους απ’ έξω..

Κι ούτε καταλαβαίνω γιατί όλοι λύσσαγαν να βγουν απ’ τα σπίτια τους. Η
δικιά μου Αθήνα είχε πλέον πεθάνει μαζί με τους ανθρώπους που θεωρώ
αντάξιούς της τάξης μας. Ακόμα κι οι καλλιτέχνες που εκτιμούσα είχαν
αποδημήσει.

Ποιόν να πρωτοθυμηθώ και ποιο θέατρο να μνημονεύσω;

Ποιος είναι ο σημερινός Χορν; Ο γλυκός μου ο Τάκης…Είχαμε γνωριστεί στο
Βρετάνια. Μετά από μια παράσταση. Ηταν τότε μαζί με τη Λαμπέτη και τον άλλο
το γόη, τον Γιώργο τον Παππά.

Και στο Μουσούρη και στο Κεντρικόν…

Αλλά και ένα Ριχάρδο Γ’ στο Δημοτικό του Πειραιά…Για τον Τάκη μιλάω…Θάταν
το…

Αχ εποχές!!!

Δεν έχανα και τη ραδιοφωνική εκπομπή «Ο ταχυδρόμος έφτασε». Ο Χορν διάβαζε
φανταστικά γράμματα ακροατών, μ’ εκείνη τη ζεστή, ανδροπρεπή φωνή του…

Εγώ ήμουν περισσότερο του λυρικού . Είχα διαρκείας στο Ολύμπια.

Είχα δει μία εξαιρετική Αϊντα εκεί το 58, αν θυμάμαι καλά.

Και στο Εθνικό κυρίως Παξινού – Μινωτή.

Μόνο το «Βίρα τις άγκυρες» μ’ έπεισε η αδερφή μου να πάμε να δούμε στο
Θέατρο Βέμπο. Τραϊφόρος, Γιαννακόπουλος και η θεά η Σοφία Βέμπο. Γράφαν οι
εφημερίδες για τα λούσα και τα ακριβά σκηνικά…Κι αλήθεια γέμιζε το μάτι
σου…Αλλά εγώ είπαμε.. Ημουν του σοβαρού θεάτρου

Ηταν όμως καλοκαίρι…Καλοκαίρι του ’50!!!

Φορούσα μία έξωμη τουαλέτα μπλε σαξ.. Καλοκαιρινό μπροκάρ πουαντιέ και
μαλλιά κότσο. Πρώτη μου φορά και κραγιόν κόκκινο της l’Οreal.. Μου τόχαν
φέρει από το Παρίσι…

Και μετά παγωτό στο Green Park…

Μύριζαν τα λουλούδια κι ένα αεράκι κατέβαινε από το Λυκαβηττό…Ωραία πόλη η
Αθήνα τότε…

Τώρα μου είναι ξένη πλέον. Ξένη και αδιάφορη. Μου αρκεί που μπορώ ακόμα να
ανεβαίνω στο ταρατσάκι και να βλέπω την Ακρόπολη.

Εκεί πέρασα σχεδόν όλα τα απογεύματα της περίφημης καραντίνας τους… εκεί
ήμουν και την Μεγάλη Παρασκευή, ν’ ακούω το «Αι γενεαί πάσαι» και «ω γλυκύ
μου έαρ» από το τραντζιστοράκι μου που δεν αποχωρίζομαι ποτέ, στο Γ’
πρόγραμμα το έχω, να μυρίζω το λιβάνι που άναψα και τ’ αγιόκλημα που
συνεχίζει να γεμίζει το φράχτη του ακάλυπτου.

Αυτές οι μεγαλοβδομαδιάτικες βραδιές….σε λιγώνουν….

Πέρασε έτσι και το Πάσχα…

Ένα βράδυ όμως με έπιασε βήχας οξύς. Το πρωί είχα δύσπνοια και πυρετό.
«Κάποιο κρύωμα άρπαξα στην ταράτσα», σκέφτηκα. Όμως τα πράγματα τις
επόμενες μέρες χειροτέρεψαν.

Τώρα πραγματικά είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Όχι φιλολογικά…Αλήθεια.

Δεν ξέρω πόσες μέρες πέρασαν.

Θυμάμαι να ιδρώνω, να βήχω να βαράει το κεφάλι μου από τον πονοκέφαλο.

Μέσα σε λήθαργο άκουγα από κάπου μακριά να χτυπάει το κουδούνι της πόρτας
με επιμονή, συνεχώς.

Μετά…. τίποτα.

Όταν άνοιξα τα μάτια μου βρισκόμουν μέσα σ’ ένα ασθενοφόρο και μια μάσκα
οξυγόνου. Δίπλα μου χαμογελούσαν δυο μαύρα μάτια που ξεπρόβαλαν από το
κλαρωτό κεφαλόδεσμο. Αναγνώρισα τη Μασούμα. Αναγνώρισα και το λεπτό της
χέρι το βαμμένο με χένα , με σχέδια πολύπλοκα, να με ταϊζει κουταλάκι,
κουταλάκι τη σούπα…

Ευτυχώς πούχα αφήσει κλειδιά στον κυρ-Μιχάλη…

Ευτυχώς πούχα νοικιάσει το υπόγειο…

Τα μάτια μου πλανήθηκαν στο χώρο και καρφώθηκαν στο μικρό παραθυράκι που
το ξεφτισμένο άσπρο του χρώμα, άφηνε να φαίνεται ο δρόμος κι ένας ήλιος
ανοιξιάτικος. Ήταν αλήθεια ή το φανταζόμουν ότι αφήναμε πίσω τις ανθισμένες
νεραντζιές κι ο δρόμος ήταν η Πατησίων και μετά η Αλεξάνδρας και έβλεπα
ρεκλάμες θεάτρων και κινηματογράφων, το Άλσος αυτό πρέπει να ήταν το Πεδίον
του Άρεως, ίδιο όπως τότε τα χρόνια του ’60, η Λεωφόρος άδεια, (ακουγόταν
μόνο η σειρήνα του ασθενοφόρου) που με πήγαινε βόλτα στην πόλη μου .

Την πόλη πούχα ξεγράψει μέσα μου.

Την πόλη πούχα αδικήσει …

«Δεν είναι κι άσχημα σκέφτηκα. Παρόλο που πέρασαν τόσα χρόνια”.

Έριξα μια πλάγια ματιά στη νεαρή Αφγανή, τη Μασού, όπως τρυφερά τη φώναζε
ο άντρας της, που μου κρατούσε το χέρι και ένιωσα πως άρωμα από άνθη
νεραντζιάς τρύπωσαν κάτω από τη μάσκα οξυγόνου κι ο τόπος ευωδίασε Άνοιξη.

«Ο Θεός κι ο γείτονας» σκέφτηκα και μισοχαμογέλασα… Δίκιο είχε ο πατέρας
μου.

Μήπως εγώ είχα αδικήσει τον κόσμο;

Αει στο καλό!!! Τι θυμήθηκα τώρα.

Κι έχει ένα φεγγάρι απόψε…που λάμπει πάνω απ’ την Ακρόπολη….