ΤΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΚΡΑΤΙΔΙΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ
Είχε εξειδικευτεί να παραμερίζει τα συναισθήματα όταν αυτά γίνονταν επικίνδυνα. Όταν δηλαδή ήταν μεγάλα. Όταν ερωτεύονταν.
Τα’ χτιζε γύρω-γύρω με τείχη κι έφτιαχνε μια δικιά της, μυστική καστροπολιτεία.
Ετσι κατάφερνε να φαίνεται στους έξω ήρεμη, χαμογελαστή, γεμάτη. Δίχως ρωγμές.
Είχε δηλαδή κατακτήσει μία τεχνογνωσία απώθησης συναισθημάτων, σ’ έναν χώρο ασφαλή, δικό της.
Και μόνο κάτι βράδια που μύριζαν επιτάφιο ή βραδιά Ανάστασης, από πασχαλιές, νυχτολούλουδα, νερατζιές και λεμονανθούς από λεμονιά δίφορη, γιασεμιά και κεράκια λαμπριάτικα που καίγονται στάζοντας μέλι και κερήθρα . Κάτι βράδια χλιαρά, αρωματισμένα, ανοιξιάτικα, λίγωνε και την έπαιρναν τα κλάματα.
Όχι γοερά, αλλά ήσυχα, ήρεμα έσταζαν τα μάτια της άγιο μύρο σταλαγματιά, σταλαγματιά, γιατί ήταν πολύτιμο.
Γέμισε έτσι μέσα της μικρές χώρες, κρατίδια απωθημένων αισθημάτων, απ’ αυτά που δεν αναγνώριζε ο ΟΗΕ γιατί δεν συγκέντρωναν τις αναγκαίες ψήφους από τις μεγάλες δυνάμεις, τις ισχυρές.
Γιατί καμία μεγάλη Δύναμη δεν ήταν διατεθειμένη ν’ αναγνωρίσει «την απελπισία της μοναξιάς, της απώλειας, της μονομερούς αγάπης ή της ματαιωμένης, της απώλειας του αγαπημένου προσώπου, εκείνου που έφυγε ή την άδειασε, ή δεν μοιράστηκε καν τη δική της επιθυμία, εκείνου που τη ματαίωσε, εκείνου που σκότωσε τη μέσα της καλοκαιρία.
Γιατί ποιος θέλει ν’ αντικρύσει τον καθρέφτη του εαυτού του;
Κάπως έτσι έμεναν έρημα τα μικρά παράνομα κρατίδια κι έμαθε κι αυτή να τα υπερασπίζει μόνη της με μικρές βόμβες δακρύων, χωρίς κρότο και λάμψη, χωρίς δόξα, μίζερα θα λεγε κανείς. Γιατί τί νόημα έχουν όλα αυτά τα παλιά ξεθυμασμένα αισθήματα που όμως κυριαρχούν μέσα της;
Καθορίζουν τις νύχτες της, όταν όλα σωπαίνουν στο σπίτι κι αυτά παίρνουν το πάνω χέρι.
Είχε μάθει να μετακομίζει σ’ αυτά τα μικρά, άγνωστα στους πολλούς μέρη, χωρίς θόρυβο, έλεγχε ακόμα και το ρυθμό της αναπνοής της ώστε να υποδύεται αυτόν του ύπνου, αφήνοντας να κυριαρχεί μόνον ο υγρός ήχος της βαριάς εκπνοής του άντρα της, εκείνο το καθησυχαστικό ροχαλητό καθότι γνωστό και σίγουρο, όσο αυτή μούσκευε τα μαξιλάρια της χώρας των χαμένων ονείρων.
Την τελευταία όμως φορά την πρόδωσε ο μέσα της εαυτός.
Τρεις μέρες, ναι , τρεις ολόκληρες μέρες την έριξαν στο κρεββάτι κάτι τέτοια ύπουλα φαντάσματα συναισθημάτων, αυτά τα υπό αναστολή ή καταστολή, που όμως έριξαν τα τείχη και διεκδίκησαν την έκθεση στο φως.
Πήραν τη μορφή ημικρανίας κι αυτή τότε έκλεισε το φως να γίνει σκοτάδι, να ξεγελαστούν τα φαντάσματα, να μην πάρουν σχήμα και όνομα και νομιμοποιήσουν την ύπαρξή τους. Να επιστρέψουν εκεί που αυτή τους είχε ορίσει. Να μείνουν ακίνδυνα.
Τρεις μέρες της πήρε αυτή η μάχη χαρακωμάτων. Να ξαναχτίσει τα ασφαλή τείχη να κλείσει μέσα το παρελθόν.
Την επόμενη μέρα σηκώθηκε από το κρεβάτι. Είχε πληγές σ’ όλο της το μέσα σώμα, πληγές που έτσουζαν , αλλά οι μικρές της παράνομες χώρες ήταν ακόμα μια φορά ασφαλείς.