BLAUBART04

“BLAUBART” της ΝΤΕΑ ΛΟΕΡ
Σε Μετάφραση Γιώργου Δεπάστα
Σκηνοθεσία Γιώργου Λάνθιμου
Στο Θέατρο «ΠΟΡΤΑ»

Ο μύθος του «Κυανοπώγωνα» είναι γνωστός σε μας από τον Μεσαίωνα, παρότι
διεκδικείται από πολλές λαϊκές παραδόσεις. Αλλοι αναφέρουν ότι εδράζεται σε
αρχαίο Ινδικό θρύλο, άλλοι τον θέλουν Αιγυπτιακό και κάποιοι βρίσκουν
αναλογίες με μία από τις μορφές του Δία. Πάντως το υλικό του έχει
αξιοποιηθεί ποικιλοτρόπως και θεατρικά. Ο Δυτικός «Κυανοπόγων», είναι ένας
πλούσιος άνδρας με κυανή γενιάδα που όντας έξι φορές χήρος, παραδίδει στην
έβδομη γυναίκα του τα κλειδιά του αρχοντικού του, απαγορεύοντάς της να
χρησιμοποιήσει μόνο ένα . Όταν αυτή υποκύπτει στην περιέργεια και ανοίγει
το απαγορευμένο δωμάτιο (σαφής αναφορά στον απαγορευμένο καρπό και την
αμαρτία της Ευάς ή την αμαρτία της γνώσης;) θα αντικρύσει έντρομη τα
πτώματα των προηγουμένων έξι γυναικών. Μια αβλεψία της θα την προδόσει και
τότε ο σύζυγος θα προσπαθήσει να την δολοφονήσει. Σώζεται την τελευταία
στιγμή από τους συγγενείς της, που καταφθάνουν και σκοτώνουν τον
συζυγοκτόνο.
Η Ντέα Λόερ, η σύγχρονη Γερμανίδα πολυβραβευμένη θεατρική συγγραφέας,
χρησιμοποίησε το σκληρό μύθο για να αναφερθεί σε μια απόλυτα σκληρή εκδοχή
της πρόσληψης του έρωτα στην εποχή μας. Για την συγγραφέα ο έρωτας
ταυτίζεται με την υπέρβαση των ορίων και αυτή η υπέρβαση φέρει μοιραία τον
θάνατο.
Ο ήρωάς της, ο Blaubart, ένας πωλητής υποδημάτων, σκοτώνει τις γυναίκες που
τον πλησιάζουν και αποζητούν τον έρωτά του, έως ότου το θυλικό σε μια
αντιστροφή των ρόλων θα σκοτώσει το θύτη του.
Σ’ένα μεταμοντέρνο σκηνικό χώρο (Ελλη Παπαγεωργακοπούλου) απ’ όπου η ζωή
απουσιάζει και η αθωότητα δολοφονείται (το μηχάνημα παράγει συνεχώς παγωτό
χωνάκι ως δόλωμα για τους επερχόμενους φόνους), ο έρωτας γίνεται απαίτηση
και όχι πρόκληση του θυλικού προς το αρσενικό. Μία αποστεωμένη και άδεια
συναισθημάτων απεγνωσμένη πρόσκληση, όπου η μοναξιά δεν μοιράζεται,
παραμένει ατόφια και ο θάνατος δεν δικαιώνει καν το πάθος, εφόσον αυτό δεν
αποτελεί καν στοιχείο του .
Το θέατρο της Λόερ είναι ένα «μεταβιομηχανικό θέατρο». Δεν διαθέτει
διαφυγές, ούτε εξόδους κινδύνου, θυμίζει ακαλύπτους στις πίσω αυλές κτηρίων
των μεγαλουπόλεων, χρήσιμους μόνο για τους κάδους σκουπιδιών,
περιφραγμένους και τυφλούς. Το «μαύρο χιούμορ» που παγώνει το γέλιο στα
χείλη των θεατών, χρησιμοποιείται εξ ίσου ως λεπίδι, ως εργαλείο «φόνου»,
στην ανάδειξη των ανθρωποφαγικών σχέσεων.
Ο Γιώργος Λάνθιμος, παιδί της γενιάς του, που επεξεργάστηκε τα εκφραστικά
και τεχνικά του μέσα περισσότερο στο πεδίο της διαφήμισης, πριν τα
χρησιμοποιήσει στον κινηματογράφο και το θέατρο, δείχνει απόλυτα
εξοικειωμένος μ’ αυτήν την καινούργια underground αισθητική, που δεν
επιφυλάσσει καμμία τρυφερότητα για το ανθρώπινο είδος, σε αντίθεση με τους
πρώτους διδάξαντες του ’60 και του ‘70.
Η Αμαλία Μουτούση, αυτή η ευαίσθητη, ταλαντούχα ηθοποιός που λειτουργεί
ερμηνευτικά πάντα «εκτός των τειχών», έδωσε ένα ρεσιτάλ ηθοποιίας,
μεταμορφούμενη και στους έξι ρόλους των γυναικών, αναπτύσσοντας τη γκάμα
της τυπολογίας τους και όχι μια κάποια ρεαλιστική απεικόνισή τους. Πειστική
η τυφλή της Μ. Πανουργιά (Δικαιοσύνη ή Μοίρα), ενώ ο Χρήστος Πασσαλής,
σωστά ουδέτερος Χάινριχ, χωρίς καμμία έννοια συναισθηματικής έξαρσης ή
συμμετοχής, εκτελεί ως κάτι αναπόφευκτο τους μοιραίους φόνους.

ΑΘΗΝΑ 15-6-04
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ