HITCHCOCK BLOND του TERRY JOHNSON
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΑΜΑΤΗ ΦΑΣΟΥΛΗ
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ – ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΛΟΓΡΙΔΗ
ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΜΟΥΣΟΥΡΗ
Το έργο έρχεται σχεδόν φρέσκο από το Λονδίνο όπου πρωτοεμφανίστηκε την
Ανοιξη του 2003 στο Royal Court Theatre με επαινετικές έως και ενθουσιώδεις
κριτικές.
Ο συγγραφέας ή λατρεύει μετά μανίας τον μαιτρ του σοφιστεκέ τρόμου Αλφρεντ
Χίτσκοκ ή τον μισεί εξ ίσου, όπως μισεί κανείς τα λατρεμένα είδωλα.
Ετσι αποδομεί την Χιτσκοκική συνταγή με την εφαρμογή της επιστήμης της
σημειολογίας και αποδομώντας την, την απομυθοποιεί. Βέβαια το θεατρικό του
έργο φιλοδοξεί να δημιουργήσει στο θεατή τη δική του μαγεία, τη στηριγμένη
πάνω στην αποκάλυψη των μαγικών τρυκ του μεγάλου σκηνοθέτη. Σαν να θέλεις
δηλαδή να κάνεις έργο την αποκάλυψη του διπλού πάτου στο καπέλλο του
ταχυδακτυλουργού.
Στο έργο συναντούνται ένας σύγχρονος καθηγητής σημειολογίας του
κινηματογράφου συνοδευόμενος από μια ξανθιά φοιτήτριά του, που προσπαθούν
ν΄αποκρυπτογραφήσουν το υλικό μιας άγνωστης ταινίας του Χίτσκοκ, ο ίδιος ο
Αλφρεντ Χίτσκοκ το 1959 με την υποψήφια αντικαταστάτρια της Janet Leigh,
μια χαζή ξανθιά, στην ιστορική σκηνή του ντουζ αλλά και η φιγούρα μιας
άλλης ξανθιάς γυναίκας, μέσα από ένα φιλμ ιδιωτικής χρήσης του 1919, που
παίζει κι αυτή το ρόλο της σ’ ένα παιγνίδι ερωτικών εμμονών, φαντασίωσης
και αλήθειας, πραγματικότητας και υποκατάστασης, αυταπάτης και ευνουχισμού
της επιθυμίας. Κι όλα αυτά σ’ ένα μόνιμο φλερτ με το θάνατο.
Μας κάνει τελικά ο κινηματογράφος και το θέατρο ηδονοβλεψίες του έρωτα;
Είναι ένας τρόπος ν’ αποφύγεις τη συναισθηματική έκθεση; Μπορεί ν’
αντικαταστήσει το άγγιγμα, τη σωματική επαφή; Αποτελεί το τέλειο
υποκατάστατο; Μερικά από τα ερωτήματα που θέτει ο συγγραφέας.
Παράλληλα μοιάζει να θέλει ν΄ αποκαταστήσει όλες τις βιασμένες,
δολοφονημένες, τραυματισμένες ή παρεξηγημένες γυναίκες, που έδωσαν τροφή
στα σενάρια των ταινιών τρόμου και όχι μόνον του Χίτσκοκ.
Εχει κανείς την εντύπωση ότι σ’ αυτό το έργο απλώθηκαν δεκάδες θέματα που
καθένα του θα μπορούσε ν’ αποτελεί ξεχωριστό έργο, με αποτέλεσμα ο
συγγραφέας να πελαγώνει στα ίδια του τα μονομάτια. Ετσι δεν είναι παράξενο
που ενώ διαλλέγει μια μοντέρνα θεατρική δομή, καταλήγει σε λύσεις που
παραπέμπουν στο μελό. Αυτό ακριβώς που θέλει να ξορκίσει.
Η σκηνοθεσία στηρίχτηκε στην πρόκληση που ενυπάρχει στο κείμενο,
αξιοποιώντας την άνεση των ηρωίδων να ξεγυμνώνονται μπροστά μας,
καθιστώντας και μας θέλοντας και μη ηδονοβλεψίες. Σ’ αυτό βοήθησε και η
αιχμηρή μετάφραση του Σταμάτη Φασουλή, που δεν φείδεται των σύγχρονων
νεολαιίστικων εκφράσεων, ακόμα και του αγοραίου προκλητικού λόγου ενός
τμήματος του νεανικού περιθωρίου.
Βέβαια υπάρχει η πρόθεση μιας στυλιζαρισμένης παράστασης, απομακρισμένης
από το ρεαλισμό και την ψυχολογία. Σ’ αυτό συνέτειναν τα πλούσια σκηνικά
και η αξιοποίηση της πιο σύγχρονης τεχολογίας για τη λειτουργία της
ψευδαίσθησης (πισίνες, ντουζ, νερά, βροχές, vιdeo, μηχανικές κουρτίνες
κλπ). Από την άποψη όμως της ερμηνείας των ηθοποιών το ύφος που υιοθετήθηκε
δεν ήταν ενιαίο.
Ο Μηνάς Χατζησάββας προσέγγισε τον Αλεξ, τον καθηγητή σημειολογίας, με τα
υλικά του ψυχογραφικού ρεαλισμού που γνωρίζει καλά, αναδεικνύοντας τον
χαρακτήρα του διανοούμενου που βιώνει την κρίση της μέσης ηλικίας και
χρησιμοποιεί όλα τα τερτίπια για να ρίξει την νεαρή φοιτήτρια. Ο Χρήστος
Βαλαβανίδης δυστυχώς δεν έκανε την έκπληξη. Αντιμετώπισε τον Χίτσκοκ με το
κωμικό του οπλοστάσιο, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι ο συγγραφέας
ταυτίζει το χιούμορ του Χίτσκοκ με την κωμική του αναπαράσταση.
Η Νατάσα Καλογρίδη έπαιξε τη Νίκολα , την ανορεξική, ανασφαλή, νευρωτική
σύγχρονη ξανθιά, το νεαρό φρικιό από τους δρόμους του Λονδίνου, (παρότι
φοιτήτρια σημειολογίας (;) , σχεδόν νατουραλιστικά.
Για την Ναταλία Δραγούμη, τα τελευταία δέκα χρόνια έχω την αίσθηση ότι
παίζει διαρκώς έναν ρόλο. Τον ίδιο. Δεν μπορώ να τον ορίσω ακριβώς αλλά τον
γνωρίζω εκ των προτέρων. Αυτή η τυποποίησή της ξεπερνά το συνηθισμένο στο
θέατρο (που είναι ούτως ή άλλως συχνό). Καταντά εμμονή.
Πάντως μετά την παράσταση λέω να ξαναδώ το «Ψυχώ» και επίσης τα «Πουλιά».
Κι αν διακρίνω κάποιον μισογυνισμό θα το ξεπεράσω. Δεν τρέχει και τίποτα.