«ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ…ΑΝΕΜΟΣ» του Μιχάλη Δήμου
Σε Σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου
Από το ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
Ο Μιχάλης Δήμου στα έργα του πραγματεύεται την πιο παλιά θεατρική
προβληματική. Το ζήτημα της «ταυτότητας» προσώπου και προσωπείου, ρόλου και
«εαυτού», πραγματικότητας και αναπαράστασής της και μάλιστα όπως αυτά
εκδηλώνονται στον ελληνικό χώρο, την σύγχρονη ζωή και κυρίως μέσα στην
πατριαρχική οικογένεια.
Στην αλληγορική του ιστορία, η Κούλα, μια νοσοκόμα που μετατρέπεται
σταδιακά σε ερωμένη και υπηρέτρια ενός μικροαστού χήρου εμπόρου και των
παιδιών του, αντιπροσωπεύει ή συμβολίζει την αυθεντική θηλυκή δύναμη της
λαϊκής γυναίκας, που εμπλεκόμενη και εγκλωβιζόμενη στις διαδικασίες ελέγχου
και εξουσίας του ανδροκρατούμενου σπιτικού, εξομοιώνεται με τους θύτες της
. Μόνο η ανάδυση του μητρικού της ενστίκτου θα την σώσει την τελευταία
στιγμή, το μόνο πραγματικό και γήινο αίσθημα. Παρότι κι αυτό θα προέλθει
από μια παγίδα που θα της στήσει ο Στέλιος, γιός κι αυτός του γέρου,
διωγμένος από το σπίτι με κυνική σκληρότητα, όταν επιστρέψει για να
διεκδικήσει την πατρική εξουσία, χρησιμοποιώντας την δική της πρακτική,
εναντίον της.
Το έργο θα μπορούσε να ήταν μια ακόμα ηθογραφία στην οποία ο θεσμός της
οικογένειας, οι σχέσεις και οι καταστάσεις, απλώς θα ανέτεμναν για μια
ακόμη φορά τις δομές της ελληνικής κοινωνίας, αν ο συγγραφέας δεν
επιστράτευε το θεατρικό παιγνίδι των ρόλων, των μεταμφιέσεων και των εντός
του θεάτρου αναπαραστάσεων, για να πάει πολύ πιο πέρα το θέμα του.
Κι αυτό οφείλουμε να πούμε πως αποτέλεσε και το πιο ενδιαφέρον σημείο.
Αυτό που ονομάστηκε «Theatrum mundi» πέρα από τον γενικό του συμβολισμό ότι
ο κόσμος όλος είναι μια σκηνή θεάτρου, στον Δήμου δίνει την ευκαιρία για
ένα σχόλιο πάνω σ’ αυτό που έχει ήδη γραφτεί: «Οι ρόλοι που επιτελούμε δεν
είναι πάντα ελεγχόμενοι, αλλά μάλλον φαίνεται να ελέγχουν εκείνον που τους
υποδύεται».
Ετσι η Κούλα για να κατευνάσει το «γέρο», να τον ηρεμήσει από τους εφιάλτες
μιας ζωής, παίζει μαζί του το παιγνίδι των ψευδαισθήσεων. Μεταμφιέζεται και
τον μεταφέρει εκεί που ένα κομμάτι του εαυτού του ανήκει. Στη φύση και την
αγροτική του καταγωγή. Τα τεχνητά κελαϊδίσματα πουλιών τον νανουρίζουν.
Όμως παράλληλα τον οδηγεί και στο χώρο που αυτή θέλει, προκειμένου να τον
εξουσιάσει και να του εκμαιεύσει παραχωρήσεις. Ενας άγριος αγώνας επιβίωσης
με λάθος όπλα. Το έργο κλείνει με την Κούλα να δραπετεύει και την Ελλη την
καινούργια νύφη, να παίρνει τη θέση της. Να ενσαρκώνει το ρόλο της. Όμως
αυτή δεν είναι αθώα, ξέρει το παιγνίδι , κι όμως παρόλα αυτά θα διαιωνίσει
τον κύκλο. Κι ο γέρος θα φωνάζει πλέον «Ελλη». Ενας άντρας πάλι, ο
αγαπημένος της Στέλιος, θα δίνει τις εντολές.
Η σκηνοθεσία του Κώστα Τσιάνου ακολούθησε μια ήπια γραμμή, με φωτοσκιάσεις
που αρμόζουν στα κλειστά σπίτια , τις κλειστές κουρτίνες και μισοφωτισμένα
υπνοδωμάτια. Ο Τσιάνος ξέρει «το στήσιμο» των λαϊκών ανθρώπων, γι αυτό και
διάβασε το έργο χωρίς υπερβολές και φολκλόρ.
Η Μπέτυ Βαλάση, έμπειρη, χυμώδης, θυλική αλλά και μητρική φιγούρα, μας
μετέφερε μια «Κούλα» σε όλη την ανθρώπινη αντίφασή της, δυνατή και ευάλωτη
ταυτόχρονα. Αφοσιωμένη και παραδόπιστη συνάμα. Βασίλισσα σ’ έναν θρόνο που
για να τον κατακτήσει, κατασπαράχθηκε από τις απώλειες του ανηλεούς
πολέμου.
Απολαυστικός ο Γιώργος Μοσχίδης στο γέρο που συναλλάσσεται διαρκώς, ακόμα
και με τον θάνατο. Απέδωσε με μακάβριο χιούμορ τον αιώνιο έμπορο,
αρχαιτυπικό πατριάρχη.
Η Νικολέττα Βλαβιανού μας μετέφερε μια εύθραυστη, τρομαγμένη διαρκώς
«Ελλη», που παρά τις αμφιβολίες της τελικά θα συμβιβαστεί.
Ο « Στέλιος» του Περικλή Καρακωνσταντόγλου, αδρός, λίγο χαμένος, αλλά
τελικά πειστικός.
Και τέλος ο «Αλέκος» του Χρήστου Βασιλόπουλου, αθώος και όμορφος ώστε να
πείθει στο ρόλο της «ζωντανής» σωτήριας παγίδας, στο δήθεν χαμένο παιδί που
θ’ απελευθερώσει την Κούλα , παίρνοντάς της στη σέλλα της μηχανής του που
θα τους οδηγήσει στη φυγή.
ΑΘΗΝΑ 28-4-04
ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ