ΕΥΡΙΠΙΔΗ «ΤΡΩΑΔΕΣ»
ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ
ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ «ΔΙΑΔΡΟΜΗ»
Σε Σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου
Ο Αριστοφάνης τον είπε «ρακιοσυρραπτάδη» (αυτός που μαζεύει και συρράπτει
κουρέλια), στωμυλιοσυλλεκτάδη (που συλλέγει φλυαρίες) και πτωχοποιό, γιατί
ανέβασε στη σκηνή ήρωες με «ταπεινό ήθος».
Αλλά ο Αριστοτέλης χαρακτήρισε τον εικονοκλαστικό και ανατρεπτικό Ευρυπίδη,
ως τον «τραγικώτερο» όλων.
Το τραγικό κατά τον Ευρυπίδη συνίσταται στην ανώφελη και ανίσχυρη άμυνα της
λογικής προς την παρόρμηση και τη φύση. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου, δηλαδή
τα πάθη του και οι βίαιες επιλογές του καθορίζουν και την τραγική του
στάση. Ετσι έχοντας χάσει η έννοια του τραγικού την Αισχύλια μεταφυσική
παντοδυναμία, καθώς και την συμβατική ηθική αντίληψη του Σοφοκλή, μένει ο
ανθρώπινος χαρακτήρας που τραβά επάνω του όλα τα δεινά και τον πόνο, για τα
οποία ο ίδιος είναι υπαίτιος.
Οι «Τρωάδες» μαζί με την «Εκάβη» θεωρούνται τα κατ’ εξοχήν αντιπολεμικά
έργα του αρχαίου τραγικού.
Και φυσικά κανείς δεν αγνοεί ότι παίχτηκε στα μέσα του Πελοποννησιακού
πολέμου, την ίδια χρονιά που οι Αθηναίοι ξεκινούσαν την αμφιλεγόμενη και
οριακή εκστρατεία τους στη Σικελία.
Οι νικημένες τρωαδίτισσες μοιράζονται με κλήρο στους νικητές. Φόνοι και
ιεροσυλίες αμαυρώνουν την εικόνα των νικητών. Η μεγάλη βασίλισσα Εκάβη
θρηνεί και μετρά τις απώλειες.
Στο έργο παρακολουθούμε τα σταδιακά συσσωρευόμενα δεινά και τον ανάλογα
αυξανόμενο θρήνο των γυναικών που καταδικάζει τον πόλεμο γενικά.
Με αφορμή όμως την τραγωδία του πολέμου, ο Ευρυπίδης μιλά για την
«ανθρώπινη τραγωδία». Αυτός είναι ο βαθύτερος προβληματισμός του.
Η εξατομικευμένη φρίκη, καταδεικνύει την ανθρώπινη μοίρα που δεν είναι
τίποτε άλλο παρά μια ανθρώπινη αλυσίδα που συνίσταται από τη διαδοχή
«αδικία – πάθημα – αδικία». Η διαταραχή του «νόμου» και της «φύσης» θα
φέρει τις συμφορές κι αυτές με τη σειρά τους τ’ αντίποινα. Ανθρώπινη
αναγκαιότητα;
Ο αρχαίος ποιητής δίκαια μπορεί να θεωρηθεί ως ο πατέρας του σύγχρονου
θεάτρου. Τα ερωτήματα που έθεσε δεν έχουν απαντηθεί ακόμα.
Δραματουργικά, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του έργου είναι πως τα πρόσωπα
μαθαίνουν την μοίρα τους σταδιακά επί σκηνής κι ενώ το έργο εξελίσσεται. Οι
θεατές γίνονται μάρτυρες αυτής της σταδιακής συνειδητοποίησης της
κατάστασής τους, της στροφή της μοίρας τους, σα να παίρνουν μέρος στο
διάλογο . Τέσσερις γυναικείοι χαρακτήρες, Εκάβη, Ανδρομάχη, Κασσάνδρα,
Ελένη, εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους, θα ξεγυμνωθούν μπροστά μας,
αντιμέτωποι με την ανείπωτη φρίκη.
Αυτό ακριβώς είναι και το κριτήριο της θεατρικής ερμηνείας. Οι ηθοποιοί που
θα ενσαρκώσουν αυτούς τους τεράστιους ρόλους, πρέπει να μας πείσουν ότι
πράγματι ό,τι τους συμβαίνει, συμβαίνει ακριβώς εκείνη τη στιγμή μπροστά
μας. Κι οι ίδιοι τσακίζονται σταδιακά, ο πόνος τους αυξάνεται σταδιακά, η
κραυγή του θρήνου τους παίρνει την τελική του μορφή μπροστά μας, η κορύφωση
συντελείται λόγω ακριβώς αυτών που προηγήθηκαν.
Δυστυχώς η παράσταση που άνοιξε τα φετινά Επιδαύρια, βρέθηκε πολύ μακριά
από τις απαιτήσεις του έργου που περιγράψαμε.
Σαν ο σκηνοθέτης να αρκέστηκε σε μια γρήγορη ανάγνωση και όχι ερμηνεία του.
Δεν γνωρίζω πόσο βάρος πέφτει στον ίδιο και πόσο στους συντελεστές της
παράστασης που βρέθηκαν μάλλον ανέτοιμοι ν’ απαντήσουν σε μια τόσο μεγάλη
πρόκληση.
Εκείνο όμως που φάνηκε δια γυμνού οφθαλμού είναι ότι η βασιλική υπόσταση
χάθηκε από την Εκάβη της Αννας Βαγενά, καθώς επίσης και ότι το βάρος της
φρίκης που σταδιακά της αποκαλύπτεται, δεν αποδόθηκε με τις αναγκαίες
ερμηνευτικές διακυμάνσεις. Οτι παρόλη την έντιμη προσπάθειά της, η
Κασσάνδρα της Πέγκυς Τρικαλιώτη συρρικνώθηκε σε μια μορφή υστερικής
παρθένας, με αποτέλεσμα η αθωότητα της ιερής προφήτισσας να μικρύνει στο
πλαίσιο του καθημερινού.
Ότι η Ανδρομάχη της Τάνιας Τρύπη πόρω απήχε από τη μορφή της αψεγάδιαστης
γυναίκας του Εκτορα που θρηνεί τη συμφορά της να μένει ζωντανή μόνο και
μόνο για να βιώνει αενάως την απόλυτη φρίκη.
Ότι ο Ταλθύβιος του Γιάννη Βούρου δεν μας έπεισε πως εξαρχής δεν προόριζε
τον εαυτόν του για δήμιο μικρών παιδιών κι ότι κι αυτόν σταδιακά τον
κατέκλυσε η φρίκη της ανάγκης.
Νομίζω ότι την πιο ακραία επιδερμική αντιμετώπιση είχε η σκηνή της
διαπόμπευσης της Ελένης. Είναι περιττό να αναφέρω την ανεπάρκεια της
Κατερίνας Λέχου για το ρόλο της Ελένης, αυτής που ενσαρκώνει την απόλυτη
ομορφιά και το απόλυτο αφροδίσιο πάθος. Το χειρότερο δε ήταν που ο Μενέλαος
του Δημήτρη Λιγνάδη ξέπεσε έως την καρικατούρα ενός κερατωμένου συζύγου.
Νομίζω πως ήλθε η ώρα ν’ αποκλείσουμε από την Επίδαυρο όλα τα «ευπρόσωπα
τίποτα» που έχουν κατακλύσει το αρχαίο θέατρο τα τελευταία τουλάχιστον 15
χρόνια. Το χρωστάμε στο νέο κοινό που κατά χιλιάδες κατακλύζει κάθε
καλοκαίρι το αρχαίο θέατρο και που δεν έχει τα συγκριτικά στοιχεία άλλων
παλιότερων ερμηνειών, για να νιώσει τη μεγαλοσύνη αυτών των κειμένων.
Αλλως ας προστατεύσουμε τουλάχιστον τα μάρμαρα από τις άχρηστες φθορές.
ΑΘΗΝΑ 23-6-04
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ