Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ’12

«Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σε Σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα,
από το «ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ»

Όταν το 1957 ανεβαίνει στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης η «Αυλή των Θαυμάτων»,
οι κριτικοί μιλούν για μια νέα ελληνική δραματουργία που αποφασίζει να
μιλήσει για την πραγματικότητα και για «αληθινούς ανθρώπους» μέσα από έναν
κριτικό ρεαλισμό. Κάποιοι θεωρούν ότι έχει στο πίσω μέρος του μυαλού του ο
συγγραφέας το «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ και άλλοι το ζοφερό κόσμο του
«Βυθού» του Γκόρκυ.
Ένα είναι όμως σίγουρο. Ότι αποτελεί ένα έργο βγαλμένο από την ιστορική
συγκυρία που βίωνε ο ελληνικός λαός. Μετεμφυλιακό κράτος, άθλιες συνθήκες
ζωής στοιβαγμένων ανθρώπων σε παραπήγματα, εσωτερική και εξωτερική
μετανάστευση, τσακισμένα όνειρα, και η απαρχή των περισσότερων δεινών της
ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, που δεν ήταν άλλη από την ανάπτυξη μέσω
της αντιπαροχής. Ένα σχέδιο Μάρσαλ που επισφράγισε την νίκη των
μαυραγοριτών επί των ελλήνων που πήραν μέρος στην εθνική αντίσταση, μια
ανάπτυξη που στηριζόταν στα κεφάλαια που αυτοί είχαν στοιβάξει τα χρόνια
της κατοχής.
Ο κοινωνικά δομημένος χώρος, η σχεδόν κοινοτική ζωή στο πλαίσιο της
«αυλής», αντανακλάται στον ψυχισμό των ηρώων. Η αίσθηση του μόνιμου
ξεριζωμού παίρνει υπόσταση με την «έξωση» από την αυλή, λόγω αντιπαροχής.
Αυτή η στιγμή της νεοελληνικής πραγματικότητας που αποτυπώνει ο συγγραφέας,
χαμένη έως σήμερα στη νοσταλγία ενός εξωραϊσμένου ασπρόμαυρου παρελθόντος,
επανέρχεται στις μέρες μας ως «ένας εφιάλτης» μέσα από την σύγχρονη
κατάρρευση της «αναπτυγμένης και ισχυρής Ελλάδας».
Φτώχεια, ανεργία, μίζεροι έρωτες, αναγκαστική συμβίωση, κωμικοτραγικές
καταστάσεις, πρόσωπα γκρίζα, ούτε καλά ούτε κακά, φέρνουν το στίγμα μιας
μόνιμης απώλειας. Εθνικής ή προσωπικής.
Ο Γιάννης Κακλέας υπόσκαψε το μελόδραμα, τοποθετώντας το κείμενο στο σήμερα
χωρίς ν’ αλλάξει ούτε λέξη. Σαν στοίχημα για την αντοχή του στο χρόνο. Και
ώ του θαύματος. Ο λόγος, οι συγκρούσεις των ανθρώπων, οι φόβοι τους,
ακούγονταν τόσο σύγχρονοι.
Μόνη παρέμβαση το video-wall με τις σημερινές άχαρες πολυκατοικίες και την
πλατεία Αγίου Κωνσταντίνου, που έπεφτε σαν ριντό κουρτίνας στις αλλαγές των
σκηνών, σαν τα «προσεχώς» ενός έργου που ξεκίνησε το 1950 και έριξε τους
τίτλους του «τέλους» στις μέρες μας.
Η σκηνή, διαμορφωμένη από τον Μανόλη Παντελιδάκη, παρέπεμπε σ’ ένα χώρο
μεταβιομηχανικό, πίσω από τη φιγούρα του ανακαινισμένου «Γκαζιού», ενώ το
σύγχρονο ντύσιμο των ηρώων, ίσως να ήταν υπερβολικά καλόγουστο για το είδος
των ανθρώπων που ενσαρκώνονταν επί σκηνής.
Μεγάλο ατού της παράστασης ο ίδιος ο θίασος. Μίνα Αδαμάκη, Νίκος Κουρής,
Εύη Σαουλίδου, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Νίκος Ψαρράς, Θοδωρής Κατσαφάδος,
στήριξαν την αισθητική του έργου και απάλυναν ακόμα και κάποιες στιγμές
υπερθεατρικότητας της σκηνοθεσίας.

ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΩΡΙΤΟΥ