«ΙΚΕΤΙΔΕΣ» του Ευριπίδη σε μετάφραση (από τα αρχαία ελληνικά στα ολλανδικά)
Herman Altena, σε συμπαραγωγή του ολλανδικού θιάσου Veenfabriek και του
ελληνικού Theseum Ensemble , σκηνοθεσία Paul Koek και Μιχαήλ Μαρμαρινού,
στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.
Στις «Ικέτιδες» ένα κατ’ εξοχήν πολιτικό και καταγγελτικό έργο, ο Ευρυπίδης
εκμεταλλεύεται τους κοινούς μύθους ( απαγόρευση των Θηβαίων να παραδώσουν
προς ταφή τους Αργείους στρατηγούς) για να υπερασπισθεί το ιερά δικαιώματα
των ηττημένων, κάτι σαν νομιμότητα εν καιρώ πολέμου και την υπεροχή του
δημοκρατικού πολιτεύματος.
Στις μέρες μας που το προσφυγικό κύμα από τις εμπόλεμες περιοχές κατακλύζει
την Ευρώπη, πόση Δημοκρατία μας έχει απομείνει για να υπερασπιστούμε τα
δικαιώματα αυτών των σύγχρονων ικετών;
Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει η παράσταση πρώτα στον εαυτόν της και
κατόπιν στο κοινό.
Οι Ολλανδοί συντελεστές (με την κατάφαση του Μαρμαρινού) ούτε γνωρίζουν,
ούτε τους αφορά η δική μας «Ροντηρική» παράδοση σκηνικής αντίληψης του
αρχαίου δράματος. Αντίθετα φρονούν πως οι παλιές φόρμες αδυνατίζουν τη
σύγχρονη πρόσληψη του μηνύματος.
Ετσι ακουμπώντας ακέραια στο σώμα του κειμένου, είδαν την τραγωδία μέσα από
μια σύγχρονη μουσική φόρμα κρατώντας αυστηρά την αρχαία τονικότητα , παρότι
χρησιμοποίησαν από ροκ ρυθμούς έως κάντρυ.
Τοποθετώντας όλη τη δράση έξω από το γνωστό αρχαίο ή αρχαιοπρεπή τοπίο, σε
μια πλατεία που κάποιοι τσιρκολάνοι ετοιμάζουν να παραστήσουν τις
«Ικέτιδες», προκάλεσαν το κοινό να τους ακολουθήσει σε μια εντελώς σημερινή
διαδρομή. Σ’ αυτό το πλαίσιο, θεμητές οι βιντεοοθόνες που έδειχναν εικόνες
καταναλωτικής αλλοίωσης της συνείδησής μας, τα άνευ ιστορικότητας
εκλεκτικιστικά κοστούμια, οι δύο Αίθρες (μητέρα του Θησέα), εκ των οποίων η
μία μονολογούσε εσωτερικά (έξοχη η Αγλαϊα Παππά) και η άλλη εξωτερίκευε τα
συναισθήματα των μανάδων, ο Αδραστος ως ηττημένος στρατιώτης, ο Θησέας με
την έπαρση του Δημοκρατικού ηγεμόνα , ο ξέπνοος αγγελιαφόρος που καπνίζει
για να αντέξει την διήγηση του ολέθρου και σαν από άλλη ιστορία οι τρεις
μαυροφορεμένες μανάδες, μέλη του χορού.
Εάν το μεταμοντέρνο φτάνει να αμφισβητεί όχι μόνο τις οικείες φόρμες που
καθησυχάζουν, αλλά και τον εαυτόν του, η παράσταση αυτή παρά τα επιμέρους
στοιχεία της που σηκώνουν συζήτηση, πέτυχε το στόχο της.
ΑΘΗΝΑ 24-7-06
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ