ΙΣΜΗΝΗ04

«ΙΣΜΗΝΗ» εις μήνιν
Του Γιάννη Ρίτσου
Σε Σκηνοθεσία και Δραματουργική
επεξεργασία Νίκου Καραγεώργου
Στο θέατρο «Αργώ»

Η Αντιγόνη θα μείνει στην ιστορία εκείνων των μυθολογικών προσώπων που
συμβολίζουν την αντίσταση στις επιταγές της εξουσίας, των ηρώων που
προτιμούν έναν ένδοξο θάνατο παρά να παραβιάσουν τις αρχές τους, δηλαδή τον
θείο νόμο. Η Αντιγόνη κάνει αυτό που η Ισμήνη δεν τολμά και τ’ αντίστροφο.
Η Ισμήνη τολμά αυτό που η Αντιγόνη απωθεί. Η Ισμήνη δεν είναι παρά το
alter ego της. Το απλό γήινο πλάσμα που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην
επιθυμία για υπέρβαση της ζωής και την επιθυμία για την ίδια τη ζωή. Ο
Σοφοκλής χρησιμοποιεί την παρουσία της Ισμήνης για να τονίσει το ηρωικό
στοιχείο της Αντιγόνης και η δειλή αρχικά στάση της που αντικαθίσταται από
την απόφασή της να συμμετάσχει στην παράνομη ενέργεια ( να συνδράμει στην
ταφή του αδελφού της Πολυνείκη) και τις συνέπειές της, δεν κάνει τίποτε
άλλο παρά να προωθεί τη δραματική σύγκρουση προς τον ίδιο στόχο. Αυτό που ο
Σοφοκλής απλά υπαινίσσεται (τη σύγκρουση δηλαδή ανάμεσα στην προσωπική
επιθυμία και την αναγκαιότητα), ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος το κάνει κύριο
θέμα, φτιάχνοντας έναν δραματικό μονόλογο όπου ο αντιήρωας γίνεται
πρωταγωνιστής, αποενοχοποιώντας την ίδια την επιθυμία και προσδίδοντας αξία
στην απλή ζωή και τη διεκδίκησή της.
Βρισκόμαστε φυσικά στο πλαίσιο της «Τέταρτης Διάστασης», στα δραματικά
εκείνα ποιήματα που χρησιμοποιούν τους αρχαίους μύθους και τα μυθολογικά
πρόσωπα για έναν απολογισμό της ιστορίας. Όχι βέβαια της αρχαίας, αλλά της
σύγχρονης ή της αέναης. Όταν τα γράφει (1954-1967), έχει ήδη πίσω του την
εμπειρία της Αντίστασης, του Εμφύλιου, της εξορίας των φυλακίσεων. Ακόμα
ακόμα, την τραγική ιστορία της οικογένειάς του. Αξιζε τελικά τόσος πόνος;
Τόσο αίμα; «Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη»; Η μήπως η Ιστορία
του ανθρώπου δεν είναι παρά η επανάληψη των παθών του;
Το κέντρο βάρους λοιπόν μετατίθεται στο υπαρξιακό πεδίο, αλλά αυτή η
υπαρξιακή προσέγγιση που ψάχνει μέσα στους μύθους τις αρχέγονες βάσεις της
ζωής του ανθρώπου , λίγα κοινά έχει με τον υπαρξισμό του Σαρτρ.
Για το Ρίτσο η μοίρα γίνεται αποδεκτή όχι σαν «μοιρολατρία», αλλά σαν
αποδοχή της κατάστασης, σαν αποδοχή του προσωπικού προορισμού στο πλαίσιο
της ιστορικής στιγμής. Ό ήρωας δέχεται τον προορισμό του. Μάλιστα αυτή η
αποδοχή γίνεται στο πλαίσιο της αρχαίας παράδοσης των στωικών φιλοσόφων,
επομένως και των σύγχρονων φροϋδικών προσεγγίσεων, που ακριβώς σ’ αυτούς
στηρίζονται.
Η έντονη θεατρικότητα αυτών των ποιημάτων (Ελένη, Χρυσόθεμις, Περσεφόνη,
Ορέστης, Αγαμέμνων κλπ) μεταξύ των οποίων και η «Ισμήνη», αποτέλεσε πολλές
φορές γόνιμη πρόκληση για τους ηθοποιούς και τους σκηνοθέτες να τα
παραστήσουν επί σκηνής.
Ο Νίκος Καραγεώργος εικονογράφησε και παράστησε κυριολεκτικά , αυτήν την
άμεση σύνδεση της Ισμήνης με την Αντιγόνη, σαν την άλλη όψη του ίδιου
νομίσματος. Μια Αντιγόνη που είναι παρούσα συνεχώς στη σκηνή, συνδεόμενη με
την γριά πλέον Ισμήνη μ’ έναν μακάβριο ομφάλιο λόρο, ένα σκοινί που της το
τραβά και τη φέρνει όλο και πιο κοντά στον κόσμο των νεκρών, αυτών που
ουδέποτε μπόρεσε ν΄αφήσει πίσω της. Είναι η μόνη «ζωντανή» από την
οικογένεια του Οιδίποδα, ζωντανή μόνο για να κρατά τη μνήμη των νεκρών
ζωντανή. Η Αντιγόνη (Ειρήνη Ράπτη) συνεχίζει να κρατά λοιπόν τα ηνία,
κοριτσόπουλο εσαεί, μέσα από τις νεκρικές γάζες που την τυλίγουν και που
ξετυλίγει, όσο η αδελφή της ξορκίζει με λόγια την αρχαία διαμάχη. Ποια από
τις δυό τους είχε δίκιο;
Οι φωτισμοί (Κατερίνα Μαραγκουδάκη) συνδιαμόρφωναν το σκηνικό χώρο
(Χριστίνα Κωστέα), μεταμορφώνοντάς τον σε Αδη και χώρο Καθαρτηρίου, εκεί
που οι ψυχές αιωρούνται ακόμα, μην έχοντας εγκαταλείψει εντελώς τους
ζωντανούς.
Η Μίρκα Παπακωνσταντίνου αποδεικνύει συνεχώς πως δεν μπαίνει σε κλισέ.
Είναι ερμηνευτικά τόσο ώριμη, ώστε εντελώς φυσικά, μας ξεδίπλωσε το
στοχασμό του ποιητή με όλη την χαμηλή, γήινη εξομολογητικότητα που
ενυπάρχει στις λέξεις του, και που μετατρέπουν την υψηλή του σκέψη σε
καθημερινή κουβέντα.

ΑΘΗΝΑ 12-5-04
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ