ΕΥΡΙΠΙΔΗ «ΙΩΝ»
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΛΥΔΙΑΣ ΚΟΝΙΟΡΔΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΙΚΟΛΕΤΤΑΣ ΦΡΙΝΤΖΙΛΑ
Πολύ μελάνι έχει χυθεί από τους ειδικούς, τους μελετητές και όσους από τους
σκηνοθέτες τόλμησαν ν’ ανεβάσουν τον «Ιωνα» προκειμένου να κατατάξουν αυτό
το «ατίθασο» έργο του Ευρυπίδη σε κάποια θέση μέσα στην τραγική παραγωγή
του συγγραφέα.
Ο Ιωνας είναι η ιστορία ενός μυθικού ήρωα, η πορεία του από την απόρριψη
στην ανάληψη της εξουσίας. Ένα έκθετο παιδί που ο παππούς του από την
πλευρά της μητέρας του είναι ένας βασιλιάς που δεν απέκτησε γιό, η μητέρα
του είναι μια αποπλανημένη από τον θεό Απόλλωνα κόρη και ο πατέρας του ένας
θεός!!! Το έργο έχει happy end και η μητέρα θα ξαναβρεί το χαμένο της γιό
για να του παραδώσει την Αθηναϊκή εξουσία.
Ο Ευρυπίδης τους μύθους δεν τους αναπαράγει. Τους κρίνει, πολλές φορές
μάλιστα ανελέητα, δημιουργώντας έτσι ρωγμές στην επιφάνεια της παράδοσης.
Σ΄αυτό το έργο ειδικώτερα σχοινοβατεί ανάμεσα στο τραγικό και το ιλαρό,
φτάνοντας μέχρι το γκροτέσκο.
Με δραματική ζωντάνια που πηγάζει από την αδιάκοπη εναλλαγή των
καταστάσεων, χρησιμοποιεί την ειρωνία για να καταδείξει την αντίθεση αυτών
των ίδιων των καταστάσεων.
Αποτελεί κατάπληξη το γεγονός ότι διαλλέγει μια τέτοια φόρμα για να μιλήσει
γι αυτά που πάντα τον απασχολούν:
Την αυτοχθονεία, τον ξένο, την εξύμνηση της Αθήνας ενώ βρίσκεται στο χείλος
του γκρεμού (ο πελοποννησιακός πόλεμος δεν έχει τελειώσει), τα δικαιώματα
του Αθηναίου πολίτη, την αντίθεσή του στην παραδοσιακή ή λαϊκή θεολογία
και κυρίως αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο:
Τον ίδιο τον άνθρωπο περιπλεγμένο στα παιγνίδια της μοίρας ή της τύχης που
ποτέ δεν ξέρεις τι του επιφυλάσουν. Την απώλεια ή τη λύτρωση. Την ανάδειξη
όλου του πλούτου των συναισθημάτων του όταν βρίσκεται σε μια οριακή για τη
ζωή του στιγμή. Θεοί κι άνθρωποι το ίδιο εκτεθειμένοι.
Αυτό το έργο τόλμησε να σκηνοθετήσει η Λυδία Κονιόρδου και να κρατήσει για
τον εαυτό της το ρόλο της Κρέουσας.
Εξ αρχής τοποθετούμαστε και λέμε ότι ήταν η καλύτερη παράσταση αρχαίου
δράματος το φετινό καλοκαίρι. Η Λυδία Κονιόρδου κατάφερε στην πράξη να
δώσει την καλύτερη απάντηση στο αιώνιο πρόβλημα της σύγχρονης σκηνοθεσίας
αρχαίου δράματος.
Χωρίς κόμπλεξ πρωτοπορίας, ή τήρησης κάποιας αρχαιοπρεπούς παράδοσης τίμησε
τον συγγραφέα και τον εαυτό της.
Καθοδήγησε μια ευφρόσυνη παράσταση που δε φοβήθηκε την μείξη ειδών,
εναλλάσσοντας το τραγικό με το κωμικό ακόμα και το γκροτέσκο. Ισορρόπισε
αξιοθαύμαστα πάνω σ΄ένα τεντωμένο σκοινί και πέρασε στην αντίπερα όχθη,
άθιχτη, ατόφια.
Γιατί γνωρίζει βαθειά το αρχαίο δράμα, έχει θητεύσει για πολλά χρόνια στο
είδος δίπλα στους πιο άξιους δασκάλους και έτσι μπορεί (δύναται) προχωρά
ασφαλώς σε ανατροπές.
Τοποθέτησε λοιπόν τη δράση στο 19ο αιώνα. Μακριά από το σήμερα αλλά όχι
τόσο ώστε η εποχή να μην είναι αναγνωρίσημη.
Κι έστησε ένα θεατρικό παιγνίδι επί σκηνής, με καλογεροπαίδια, νεωκόρους,
παιδιά ταμένα στο θεό ή σε κάποιον άγιο, ένα μοναστηριακό περιβάλλον και
ήχους που παρέπεμπαν αμιδρά στη βυζαντινή παράδοση δια χειρός Τάκη Φαραζή.
Αλλά η πλήρης απόλαυση ήρθε από τα σκηνικά και κυρίως τα κοστούμια του
Διονύση Φωτόπουλου. Μια πανδαισία χρωμάτων έντυσε το χορό που σχημάτιζε
μικρούς πίνακες επί σκηνής, τόσο που κινδύνευες να ξεχαστείς από το θέαμα
και να χάσεις τη δράση. Χωροφύλακες του 19ου αιώνα έτρεχαν να συλλάβουν την
Κρέουσα και μια μισότρελλη Πυθία, προσπαθούσε να βάλει τα πράγματα στη θέση
τους.
Οι χορογραφίες της Παπαδαμάκη συνσκηνοθετούσαν το θέαμα, στυλιζάροντας τις
κινήσεις των προσώπων, αναδεικνύοντας έτσι τις αντιθέσεις στη δράση αλλά
και τη φόρμα.
Το όλο εγχείρημα φυσικά δεν θα πετύχαινε αν δεν στηρζόταν σ’ έναν
πολυπρόσωπο και κυρίως άξιο καθ’ όλα θίασο.
Δεν αρκούσε για όλο αυτό η κατάθεση της προσωπικής εμπειρίας και της
τραγικής επάρκειας της Λυδίας Κονιόρδου. Επρεπε κι οι άλλοι ν’ ακολουθήσουν
αυτόν τον δρόμο που ακροβατούσε μεταξύ του τραγικού και του ιλαρού. Πράγμα
που έγινε. Κι ο πρώτος που το πέτυχε ήταν ο Χρήστος Λούλης. Η ερμηνεία του
στον Ιωνα μας έδειξε έναν εύστροφο ηθοποιό που χειρίζεται άνετα τα
εκφραστικά του μέσα, διατηρεί το μέτρο και εντάσσεται εύκολα στο κλίμα της
ομάδας.
Όχι βέβαια ότι ο υπόλοιπος θίασος υστερούσε σε κάτι. Σημειώνουμε ενδεικτικά
τον Δημήτρη Οικονόμου (Ερμής), τον Νίκο Καραθάνο (Ξούθο), το Κοσμά Φοντούκη
(Γέροντα) την Μαρία Καντιφέ (Πυθία) την Ανέζα Παπαδοπούλου και Τάνια
Παπαδοπούλου (Αθηνά).
Τέλος πρέπει να σημειώσουμε πως στέρεο σκελετό του οικοδομήματος αποτέλεσε
η ζωντανή, σύγχρονη και καθαρή μετάφραση της Νικολέττας Φριντζήλα.
ΑΘΗΝΑ 23-9-03
ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ