ΜΗΔΕΙΑ03

ΕΥΡΥΠΙΔΗ «ΜΗΔΕΙΑ»
Από το Εθνικό Θέατρο
Σε Σκηνοθεσία ΣΤΑΘΗ ΛΙΒΑΘΙΝΟΥ

Δεν είμαι απ’ αυτούς που θεωρούν τα αρχαία κείμενα ιερά σκηνώματα που
πρέπει να φυλάσσονται στις εκκλησίες για προσκύνημα.
Διότι τα αρχαία κείμενα είναι πρωτίστως θεατρικά έργα προορισμένα να
παρασταθούν και να συγκινήσουν μέσα από από αυτήν καθ’ εαυτήν την παράσταση
κι αυτή ακριβώς είναι η μεγίστη πρόκληση. Αλλιώς ας διοργανώσουμε δημόσιες
αναγνώσεις και όχι παραστάσεις.
Ο σκηνοθέτης λοιπόν δεν δεσμεύεται από τίποτε άλλο πλην του σεβασμού του
ήθους του κειμένου όπως αυτό προσδιορίσθηκε από τον συγγραφέα.
Κάθε άλλη «ασέβεια» είναι αποδεκτή στην τέχνη, αρκεί να δικαιώνεται
αισθητικά (η αισθητική νοουμένη ως ηθική κατηγορία).
Η «Μήδεια» λοιπόν που μας απασχολεί εδώ, είναι μια κλασσική Ευριπίδεια
τραγωδία όπου τα δεινά προκαλούνται από τα ανεξέλεγκτα ανθρώπινα πάθη
(«…δεν τη χαλινώνει η λογική την παραφορά μου» όπως παραδέχεται η ίδια),
και από την οποία απουσιάζουν τα Αισχύλεια και Σοφόκλεια κλειδιά, Υβρης,
Ατη, Δεινό, Δίκη, Ανάγκη.
Πράγματι ο συγγραφέας απομακρύνεται από την παράδοση των προκατόχων του
δημιουργώντας αντι-ήρωες, καταστάσεις περισσότερο ανθρώπινες, τόσο ώστε
αρκετοί σύγχρονοι μελετητές και σκηνοθέτες (φαινόμενο όχι μόνο ελληνικό) να
τον προσεγγίζουν σχεδόν «ρεαλιστικά» και με κλειδιά σύγχρονης αστικής
αντίληψης.
Όμως η Μήδεια δεν παύει να είναι ένα αρχαιτυπικό πρόσωπο.
Παρότι ένα πρόσωπο πάθους, φορτισμένο με μια πράξη αποτρόπαιη, την
παιδοκτονία, εναποτίθενται σ’ αυτό χαρακτηριστικά παλιάς πρωτόγονης
γυναικείας λατρείας. Είναι ένα πρόσωπο βαρημένο από το μύθο.
Η Μήδεια δεν είναι απλά μια ψυχοπαθολογική περίπτωση με τη φροϋδική έννοια,
ούτε οι πράξεις της μια εκδήλωση απλά του ερωτικού ενστίκτου.
Ο συγγραφέας ερευνά τα όρια της παραφοράς που εξάπτει η προσβολή και η
ταπείνωση, της αντιπαλότητας ανδρικών και γυναικείων προτύπων, ανατρέπει το
συνηθισμένο τελετουργικό μηχανισμό της θυσίας και κυρίως κάνει τη Μήδεια
να εκφράζει ένα ανδρικό και ηρωικό αίσθημα τιμής, παραβιάζοντας το
στερεότυπο της γυναικείας τιμής που συνδέεται άμεσα με την μητρότητα.Το
γεγονός ότι βάζει μια ξένη, περιθωριακή να παίξει το ρόλο του εξιλαστήριου
θύματος που ανατρέπει τη θέση της, μετατρέποντας τους θύτες της σε θύματα,
ήταν και θα είναι πάντα μια θέση πρωτοποριακή, όπως και η ακραία ηθική
αναστάτωση που προκαλεί.
Γι αυτό δ0εν αντέχει το έργο σε φόρμες αστικού ψυχογραφικού ρεαλισμού,
(πόσο μάλλον σε μείξεις ειδών) όσο κι αν η πλοκή του έβαζε πάντα και
συνεχίζει να βάζει σε πειρασμό τους σύγχρονους σκηνοθέτες. Γιατί το έργο
είναι όλα τα παραπάνω και άλλα τόσα, αλλά σίγουρα όχι μόνο η πλοκή του.
Και δυστυχώς αυτόν ακριβώς τον πειρασμό δεν απέφυγε και ο Στάθης Λιβαθινός.
Προσπάθησε να φτιάξει μια στυλιζαρισμένη παράσταση, στηριζόμενη στους
αυτοσχεδιασμούς, μεταφέροντας τα δρώμενα σε μια σύγχρονη εποχή (ίσως του
μεσοπολέμου, ή των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων;), αλλάζοντας το ρόλο του
χορού (από γυναικείο χορό συμπαράστασης και συννενοχής, σε ανδρόγυνα
ζευγάρια που σαρκάζουν τα δρώμενα, αποδομώντας και τον ίδιο τους το λόγο),
χρησιμοποιώντας τον σκηνικό χώρο ως βασικό μοχλό αποκόλλησης από τον αρχαίο
τόπο του μύθου.
Και κυρίως αποκαθηλώνοντας τη Μήδεια από το αρχαιτυπικό της βάθρο, κάνοντάς
την σχεδόν μια γυναίκα της διπλανής πόρτας, τουλάχιστον όσον αφορά το ύφος
του λόγου που άρθρωνε.
Η παραπομπή μέσω του σκηνικού (λευκό πιάνο, πισίνα), των ενδυματολογικών
επιλογών ( λευκά νυφικά και λευκά κοστούμια) αλλά και της μουσικής
(τζαζίστικες χορευτικές επιλογές, έως και τεχνικές μιούζικαλ) σε κάποιο
μεγαλοαστικό περιβάλλον ή γαμήλιας δεξίωσης, σαφώς καταδεικνύει την πρόθεση
του σκηνοθέτη να «κατεβάσει» τον αρχαίο μύθο χαμηλότερα, να τον φέρει σε
κάποια οικεία μέτρα και αναλογίες.
Αλλά διερωτάται κανείς. Ποιος ο λόγος για κάτι τέτοιο;
Δεν αντέχει ο σύγχρονος άνθρωπος τα μεγάλα ερωτήματα; Χρειάζεται
εκλαϊκευση;
Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω ήταν όχι μόνο η αποτραγικοποίηση αλλά
ακόμα και η αποδραματοποίηση με την αποδυνάμωση συνεχώς του λόγου.
Ο σκηνοθέτης φανερά στόχευε συνεχώς στην επίτευξη της μέγιστης
θεατρικότητας, γεγονός που πράγματι σε κάποιες στιγμές το κατάφερε, αλλά
δεν μπόρεσε να μετουσιώσει τα θεατρικά του υλικά σε ουσία συγκίνησης.
Προσωπικά βρήκα εξαίρετη τη χρήση της γεωργιανής γλώσσας από την Μήδεια,
που ακουγόταν υπόκοφα σε στιγμές υπέρτατης απελπισίας της ηρωίδας. Όχι μόνο
δεν ξένισε (κι όποιος το ισχυρίζεται είτε είναι εμπαθής, είτε αναιπαρκής
συναισθηματικά), αλλά αντίθετα φόρτισε δραματικά τη σκηνή. Γιατί ο ξένος, ο
μετανάστης, στη γλώσσα του θα κλάψει και θα προσευχηθεί.
Είναι σαφές ότι όλοι οι συντελεστές της παράστασης κινήθηκαν στα όρια που
έθεσε η σκηνοθετική γραμμή. Όμως σ’ότι αφορά κυρίως στη Μήδεια, η όποια
εκδοχή της απαιτεί θηρειώδη ερμηνεία. Η Ταμίλλα Κουλίεβα είχα την αίσθηση
ότι εξαντλήθηκε στη φορμαλιστική της εκδοχή και δεν κατόρθωσε τελικά να
εκτονώσει ούτε καν τα δικά της ψυχογραφικά φορτία. Ετσι χάθηκε η σκηνή της
εσωτερικής της σύγκρουσης αλλά και του θρήνου της, που θα της έδινε τη
δυνατότητα μιας δυνατής ερμηνείας.
Ο Γιάννης Μαυριτσάκης προσέφερε έναν πιο δυνατό Ιάσονα κάπως ακατέργαστο
βέβαια, αλλά πάντως δυνατό.
Η μετάφραση του Στρατή Πασχάλη ταίριαζε στην σκηνοθετική άποψη, χωρίς
ιδιαίτερη ποιητικότητα, κάπως σκληρή θα έλεγα, αλλά διαυγής και καίρια.