ΠΑΛΤ03

«TO ΠΑΛΤΟ» ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΚΟΓΚΟΛ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ
ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΝΙΝΑΣ ΤΣΟΥΣΟΒΑ

Τον Ν. Γκόγκολ τον έχουμε γνωρίσει στη σκηνή του θεάτρου κυρίως από το
«Ημερολόγιο ενός τρελλού» και τον «Επιθεωρητή». Ετσι είμαστε κάπως
υποψιασμένοι με την αισθητική του. Βέβαια «Το παλτό» είναι νουβέλλα που
διασκευάστηκε ειδικά γι αυτήν την παράσταση από την σκηνοθέτιδα του έργου
Νίνα Τσούσοβα , παρόλα αυτά, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγγραφέα
παραμένουν ατόφια. Ενας ιδιότυπος ρεαλισμός που βλέπει όμως την
πραγματικότητα μέσα από την γελοιογραφική διόγκωση ενός μεγενθυτικού φακού,
με τις καθημερινές λεπτομέρειες της ζωής φωτισμένες από προβολέα, με
ανθρώπους –καρικατούρες που όμως απεικονίζουν τόσο πειστικά και αληθινά
τους πραγματικούς ανθρώπους, που η φάρσα γίνεται ιλαροτραγωδία και η
αναπαράσταση του πομπώδους και του χυδαίου πραγματώνεται με σκωπτική
διάθεση. Ο Γκόγκολ ασχολείται με τις ιστορίες των μικρών ανθρώπων που
συνθλίβονται στα γρανάζια μιας κοινωνίας που αναγνωρίζει το δικαίωμα για
μια πλήρη ζωή, μόνο στους έξυπνους, τους προικισμένους, τους έχοντες
κάποιο είδος εξουσίας, τους όμορφους και τους δυνατούς. Οι μικροί και
αδύναμοι, επιβιώνουν απλώς, μέχρι κάποιος να τους πατήσει. Ερμαια της
χλεύης, της σκληρότητας και της εκμετάλλευσης των άλλων.
Στο έργο παρακολουθούμε τη ζωή ενός τέτοιου μικρού ανθρώπου, του Ακάκιου,
δημόσιου υπάλληλου, κάποιας δημόσιας υπηρεσίας, που οι μοίρες κατά την
γέννηση ή τη βάπτισή του, μάλλον …έκαναν απεργία.
Παρ’ όλα αυτά ο Ακάκιος έχει πλήρως αποδεχτεί τη ζωή του. Νιώθει ασφαλής
στην μιζέρια του, απεχθάνεται τις αλλαγές και την περιττή κοινωνικότητα.
Αντιδρά με τη λιγότερη δυνατή σπατάλη ενέργειας, μόλις που ψιθυρίζει τη
δυσαρέσκειά του στις κοροϊδίες των συναδέλφων του. Συμφιλιωμένος με την
έσχατη ένδεια που τον διακρίνει, ένα ανθρωπάκι – φασουλής, διαθέτει τελικά
μια παρουσία ποιητική, που πηγάζει από την εμμονή του για κάποιο είδος
αξιοπρέπειας που θα τον ακολουθήσει έως το θάνατό του. Αυτόν που θα έλθει
αναγκαστικά, όταν το καινούργιο παλτό που θ’ αποκτήσει, θα τον βγάλει από
την ασφάλεια της μηδαμηνότητάς του, άρα θα γίνει στόχος. Η νεοαποκτημένη
στοιχειώδης εξωστρέφεια , κρύβει κινδύνους που δεν έχει εκπαιδευτεί ν’
αντιμετωπίσει. Το παλτό – φετίχ θα γίνει το ζεστό του κουκούλι στην άλλη
ζωή.
Η Νίνα Τσούσοβα γνωρίζει τη ρώσικη κουλτούρα τόσο που δεν την χρειάζεται.
Ετσι στη διασκευή και τη σκηνοθεσία της δεν υπάρχει ίχνος ρώσικης
ηθογραφίας. Τις σκηνές ακολουθεί ο απόηχος της Αγίας Πετρούπολης , γίνεται
η οποιαδήποτε μεγαλούπολη, σ’ οποιοδήποτε χρόνο και τόπο. Οι σκηνές
στήθηκαν στη βάση του αυτοσχεδιασμού των ηθοποιών. Μια μοντέρνα σκηνική
αντίληψη με σουρεαλιστικές πινελλιές, που εικονογραφούσε τον εσωτερικό
κόσμο του ήρωα, τις ατελείς κοινωνικές του σχέσεις, αλλά ακόμα και τους
εφιάλτες και τα όνειρά του, όλο τον σκληροδομημένο μικρόκοσμό του.
Η διασκευή και η σκηνοθεσία λοιπόν, κατόρθωσαν να μας μεταφέρουν σ’ αυτό
το κλίμα τραγικής φάρσας που είναι η ίδια η ζωή, ν’ αναγνωρίσουμε και
κομμάτια δικά μας σ΄αυτήν την «γελοία» ύπαρξη την προορισμένη να χαθεί μέσα
σ’ ένα φτηνό φέρετρο.
Με κέφι και νεανική ζωντάνια ο θίασος του Εθνικού Θεάτρου (Μαρία Σαβίδου,
Στάθης Μαντζώρος, Δημήτρης Παπανικολάου, Νίκος Καρδώνης) ερμήνευσαν τους
δέκα ρόλους του έργου, αυτοσχεδίασαν τα σχήματα των χαρακτήρων τους και
έπλασαν επί σκηνής τα περίεργα αυτά πλάσματα του συγγραφέα. Ιδιαίτερα η
Μαρία Σαββίδου με μπρίο παλιάς καρατερίστας παρά το νεαρό της ηλικίας της
και ο Νίκος Καρδώνης, που χώρεσε στο λιπόσαρκο σαρκίο του Ακάκιου
Ακάκιεβιτς Τσαρουχόφ, όλο το παιδικό παράπονο του ήρωα ή του συγγραφέα, για
την αναλγησία αυτού του τεράστιου κόσμου, που δεν αφήνει λίγο τόπο
ευτυχίας για τους αδύνατους και ολιγαρκείς.

ΑΘΗΝΑ 6-11-03
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ