«ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ» του Νιλ Σαϊμον
ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ «ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΥ»
ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Γ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Δύο μεσήλικες φίλοι, άνθρωποι εντελώς διαφορετικού χαρακτήρα, αλλά
ευρισκόμενοι στην ίδια κατάσταση – έχουν πίσω τους από έναν ναυαγισμένο
γάμο- αποφασίζουν να συγκατοικίσουν. Δημιουργούν έτσι ένα παράξενο, κωμικό,
αλλοπρόσαλλο ζευγάρι που στην προσπάθειά του να συμβιώσει, θα συγκρουστεί,
θ’ απορρίψει ο ένας τον άλλον, θα προσβάλλει ο ένας τον άλλον αλλά και θα
συμπαρασταθεί ο ένας στον άλλον, έως ότου αποδεχόμενο τις διαφορές του, να
ξαναβρεθεί σε μια παρτίδα αυτογνωσίας. Ο, τι δηλαδή συμβαίνει σε όλες τις
ανθρώπινες σχέσεις που καλλιεργούνται για να ξορκιστεί η μοναξιά και ο
θάνατος. Ο Νιλ Σάιμον σ’ αυτήν την κομεντί αμερικάνικης συνταγής, ξεπερνά
το μπουλβάρ, φτιάχνοντας μια κωμωδία ηθών και καταστάσεων που κινητοποιεί
ουσιαστικότερα τις ευαισθησίες μας.
Το έργο είναι γνωστό στο ελληνικό κοινό κυρίως από την κινηματογραφική του
μεταφορά και τις απολαυστικές ερμηνείες του Γουώλτερ Ματάου και του Τζακ
Λέμον . Όμως η μεγάλη έκπληξη δεν ήταν η κλασσική βερσιόν του έργου αλλά η
θυλική του εκδοχή. Στην Ελλάδα η παράσταση με την Μίρκα Παπακωνσταντίνου,
τη Σμαρούλα Γιούλη , τη Μάγδα Μαυρογιάννη, τη Δήμητρα Παπαδοπούλου (στο
ρόλο της μπατσίνας) και των άλλων συντελεστών, υπό την καθοδήγηση
αμερικανού σκηνοθέτη που ανέβηκε το 1988 και κράτησε δύο σαιζόν, έκανε
μεγάλη επιτυχία κι έχει μείνει ακόμα στη μνήμη των θεατών. Κατά τα άλλα το
έργο δεν έχει ανέβη πολλές φορές στην ελληνική σκηνή κι έτσι η
προαναφερόμενη σινέ – εκδοχή αποτελεί κατά κάποιον τρόπο και το συγκριτικό
μας στοιχείο. Αρκετά δυνατό οφείλουμε να πούμε, μιας και οι ερμηνείες των
δύο διάσημων πρωταγωνιστών αποτελούν σημείο αναφοράς. Και χρειάζεται
ιδιαίτερη αντιμετώπιση για να διαφοροποιηθεί κανείς από αυτούς.
Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος (Οσκαρ) και ο Μίμης Χρυσομμάλης (Φέλιξ) είναι το
παράξενο ζευγάρι της ιστορίας μας. Απολαυστικοί και οι δύο, αυτοσχεδιάζουν
επί σκηνής με μέτρο , σαν ένα τέλειο χορευτικό ζευγάρι. Ο Μιχαλακόπουλος
τύπος μποέμ, ψύχραιμος, ανεξάρτητος και αποφασισμένος να δεχτεί τη μοίρα
του εργένη και ο Χρυσομάλλης ευάλωτος, και ψυχαναγκαστικός, σαν αυτούς τους
τύπους που όλοι έχουμε συναντήσει, αυτούς που σε προδιαθέτουν να τους
προστατέψεις, αν και στο τέλος συνειδητοποιείς ότι απλά πήρες μέρος στην
παράσταση που έδωσαν για τον εαυτό τους. Ο Μιχαλακόπουλος αν και δεν
κατόρθωσε να ξεφύγει από το σύνδρομο «Γουώλτερ Ματάου» είναι κύριος πάντα
των εκφραστικών του μέσων, ενώ ο Χρυσομάλλης παίζει τον «ευάλωτο»
αριστουργηματικά. Το έργο βασίζεται ακριβώς στη χημεία και τον απόλυτο
συγχρονισμό των πρωταγωνιστών του. Είναι ένα ρεσιτάλ για δύο παίχτες του
πιγκ – πογκ. Η υπόλοιπη παρέα που τους πλαισιώνει, υπάρχει για να δίνει το
κλίμα της κερκίδας. Όπως όμως γνωρίζουμε, παιγνίδι χωρίς κερκίδα είναι
παιγνίδι χωρίς ψυχή. Κι εδώ ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος που υπογράφει τη
σκηνοθεσία άφησε την κερκίδα ακαθοδήγητη. Δεν την ενέταξε στο παιγνίδι.
Ετσι που οι ομαδικές σκηνές να κάνουν κοιλιά. Τέλος, εκείνο που επίσης
έλειψε, είναι κάποια πιο φρέσκια ματιά στο παλιό (του 1965) και «πολύ»
αμερικάνικο κείμενο του Σάιμον. Κάτι δηλαδή που θα το προσάρμοζε στον
καινούργιο αιώνα.
ΑΘΗΝΑ 2-3-04
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ