ΠΡΟΒΕΣ03

0 «KATA ΛΑΘΟΣ ΠΡΟΒΕΣ»
Στην ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ του ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ
Σε ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ και ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Στο υπόγειο γκαράζ του Εθνικού Θεάτρου όπου στεγάζεται η Πειραματική Σκηνή,
παρακολουθήσαμε μία ενδιαφέρουσα παράσταση με τον κοινό τίτλο «Κατά λάθος
πρόβες», που απαρτίζεται από δύο έργα. Τον «Αυτοσχεδιασμό των Βερσαλλιών»
του Μολλιέρου και τους «Καλόπιστους Θεατρίνους» του Μαριβώ. Τα έργα τα
χωρίζει περίπου ένας αιώνας, παίζονται σπάνια (στην Ελλάδα ανεβαίνουν
μάλλον για πρώτη φορά) και τα ενώνει η θεματική τους αλλά και η άποψη των
συγγραφέων για τη θεατρική σύμβαση, τη σχέση του θεάτρου με τη ζωή, την
σύνδεση του κόσμου της πραγματικότητας με τον κόσμο της σκηνής, την
αποκάλυψη του μηχανισμού του θεάτρου, τη χαρά του θεατρικού παιγνιδιού που
δεν είναι άλλο από το παιγνίδι της αντανάκλασης του εαυτού μας στον
καθρέφτη. Δηλαδή του παιγνιδιού της αποκάλυψης της αλήθειας.
Το ευφυές ενοποιητικό στοιχείο των δύο έργων είναι ότι αυτά βασίζονται στη
σύμβαση της πρόβας, υποτίθεται δηλαδή ότι εμείς οι θεατές παρακολουθούμε
τις πρόβες για το ανέβασμα ενός έργου που δεν θα δούμε ολοκληρωμένο, γιατί
έργο τελικά είναι οι ίδιες οι πρόβες , συμμέτοχοι των οποίων γινόμαστε. Δύο
με τρεις αιώνες πριν τον Πιραντέλλο, οι παιγνιώδεις συγγραφείς
χρησιμοποιούν το τέχνασμα του «θεάτρου εν θεάτρω», αλλά φυσικά γνωρίζουν
καλά τον Σαίξπηρ που προηγήθηκε όλων και όλοι μαζί τον Αριστοφάνη που δεν
ξεχνούσε να συστηθεί και ν’ αυτοπαρουσιασθεί στους θεούς. Τελικά το θέατρο
είναι ένα στιγμιαίο γεγονός που διαρκεί στους αιώνες.
Ο Βασίλης Παπαβασιλείου επεξεργάστηκε τα δύο κείμενα έτσι ώστε να
δημιουργήσει την ψευδαίσθηση της δικής μας συμμετοχής σε μια ζωντανή πρόβα
που εξελισσόταν μπροστά μας. Τα κείμενα έτσι κι αλλιώς, έδιναν την
δυνατότητα στους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάσουν, να μιμηθούν ρόλους, να
μιμηθούν τους εαυτούς τους. Ο σκηνοθέτης, κέντησε βελονιά τη βελονιά όλον
τον καμβά της παράστασης, με τη γνωστή του χάρη και φινέτσα, τόσο που τα
παλιά κείμενα ξαναβρήκαν τη φρεσκάδα τους (σ’ αυτό βοήθησαν και οι
σύγχρονες μεταφράσεις της Λουίζας Μητσάκου και του Ανδρέα Στάικου
αντίστοιχα), στηριγμένα και στον νεανικό κυρίως θίασο που γλέντησε τη
συμμετοχή του στο εγχείρημα. O Nίκος Καραθάνος κράτησε το ρόλο του Μολιέρου
– Σκηνοθέτη – Ηθοποιού και του Μερλέν, ξεδιπλώνοντας όλη την γκάμα των
δυνατοτήτων αυτοσχεδιασμού που διαθέτει, με ίσως κάποια υπερβάλλουσα
νευρικότητα και άγχος που δεν τα παρίσταναι αλλά τα υφίστατο.
Με σωστό κωμικό μέτρο αντιμετώπισε ο Βασίλης Χαλακατεβάκης τον Μπρεκούρ και
το Βλάσση, ενώ η Βερόνικα Ηλιοπούλου που γενικά χρησιμοποίησε σωστά τις
φωνητικές της δυνατότητες χάριν της υστερικής φυσιογνωμίας της κυρίας
Αργάνδας , υπερεκμεταλλεύτηκε τους υψηλούς της τόνους, με αποτέλεσμα να
μειώνεται η έκπληξη.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει το προσεγμένο και υψηλού επιπέδου πρόγραμμα της
παράστασης με επιστημονικά κείμενα που φωτίζουν το έργο των συγγραφέων και
παρακινούν τον θεατή σε γενικότερη μελέτη.

ΑΘΗΝΑ 10-12-03

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ