ΣΑΜ ΣΕΠΑΡΝΤ04

ΣΑΜ ΣΕΠΑΡΝΤ «TRUE WEST»
ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΡΟΛΟΥ ΚΟΥΝ
ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΥΡΙΚΙΟΥ

Η «Αγρια Δύση» του Σαμ Σέμπαρτ εμπεριέχει έναν πολύ παλιό μύθο. Αυτόν του
Κάιν και του Αβελ και την αδελφοκτόνο διαμάχη τους. Είναι άλλη μια
οικογενειακή ιστορία. Η η ιστορία άλλης μιας οικογένειας. Κυρίως όμως είναι
η ανίχνευση των δύο όψεων της ίδιας μας της ψυχής, που θέλει δε θέλει φέρει
το «οικογενειακό στίγμα». Ολα τα μέλη της ίδιας οικογένειας μοιράζονται τα
ίδια φορτία. Γι αυτό και οι ρόλοι εναλλάσσονται. Στην προκειμένη περίπτωση
o Λί, απροσάρμοστος, αποτραβηγμένος στην έρημο, μικροκλέφτης, επιστρέφει
στο μίζερο σπίτι της μητέρας και ξανασυναντά μετά από χρόνια τον μικρότερο
αδελφό του, τον Οστιν, ήπιο χαρακτήρα, συμβιβασμένο στην κοινωνική άνοδο,
σεναριογράφο και οικογενειάρχη , για ν’ αλλάξει στην ουσία τη θέση του με
αυτήν του αδελφού του. Η σύγκρουση που έχει πίσω της έναν αλκοολικό πατέρα
και μια μικροαστή μίζερη μητέρα θα καταλήξει θανατηφόρα, αφού πρώτα τα δύο
αδέλφια θάχουν μοιραστεί κοινά κομμάτια ζωής και αναμνήσεων.
Κι όλα αυτά στο φόντο του αμερικάνικου Far West και κυρίως του
κινηματογραφικού του μύθου του, αυτού που δημιουργεί ήρωες, ανθρώπους κι
άλογα.
Το έργο που περιέχει πολλά ευανάγνωστα αυτοβιογραφικά στοιχεία του
συγγραφέα του, διαθέτει μαγεία, και χιούμορ καθώς επίσης και κείνον τον
επιτηδευμένο σκληρό ρεαλισμό που σε καλεί πράγματι να ψάξεις κάτω από την
επιφάνεια.
Ο Δημήτρης Μαυρίκιος είναι φανερό πως το εντάσσει στη σειρά των έργων που
έχει σκηνοθετήσει τα τελευταία χρόνια και που αφορούν σε οικογενειακά
δράματα ή τραγωδίες. Από το «Γυάλινο Κόσμο», την «Ηλέκτρα», το «Εβδομο
ρούχο» και τα «Εξι πρόσωπα», διερευνά αυτές τις πολύ ιδιαίτερες,
θανατηφόρες οικογενειακές σχέσεις μεταξύ αδελφών, μητέρων, πατεράδων και
παιδιών. Αρχέγονες αντιθέσεις, συγκρούσεις και εξαρτήσεις.
Η διερεύνηση αυτή του σκηνοθέτη γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα γιατί
συνοδεύεται με την διερεύνηση των σκηνικών του εκφραστικών μέσων και ιδίως
το πάντρεμα κινηματογραφικών τεχνικών μ’ αυτές του θεάτρου. Και πράγματι το
αποτέλεσμα των σκηνικών του δοκιμών ήταν πάντα άκρως γοητευτικό.
Στην προκειμένη όμως περίπτωση αν και χρησιμοποίησε τα ίδια υλικά (χρήση
του φωτισμού για τη δημιουργία εξπρεσιονιστικού σκηνικού, κινηματογραφική
κάμερα για την υπόσκαψη του ρεαλιστικού, κλπ), η μαγεία δεν δημιουργήθηκε.
Σαν να μην πέτυχε η συνταγή. Εμειναν όλα λίγο αποδομημένα, χωρίς να
δημιουργείται η σύντηξη στο σωλήνα.
Σ’ αυτό συνέτειναν και οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών (Νίκος Καραθάνος
-Λι – και Γιάννης Κότσιφας – Οστιν -) που δεν βρήκαν κοινό λόγο ώστε να
δημιουργηθεί και η αναγκαία μαγεία μεταξύ τους.
Ιδικώτερα ο Νίκος Καραθάνος έμοιαζε να μην έχει απαλλαγεί από το ρόλο του
σκηνοθέτη στο έργο του Μολιέρου «Ο αυτοσχεδιασμός των Βερσαλλιών» που
έπαιζε πριν από λίγο καιρό στο Εθνικό Θέατρο.
Ακόμα και η καλή ηθοποιός Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη στο ρόλο της μάνας, μάλλον
αμήχανα αντιμετώπισε το σύντομο πέρασμά της από τη σκηνή.

ΑΘΗΝΑ 10-3-04
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ