ΣΦΕΝΔΟΝΗ04

ΣΑΜΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤ «ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ»
ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ «ΣΦΕΝΔΟΝΗ»
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΜΙΡΚΑ ΓΕΜΕΝΤΖΑΚΗ – ΑΝΝΑ
ΚΟΚΚΙΝΟΥ

Η Αννα Κοκκίνου άνοιξε τη φετινή χειμερινή σαιζόν στο θέατρο
«Σφενδόνη» με το Φεστιβάλ Μπέκετ, δίνοντάς μας τη δυνατότητα
να έρθουμε σ’ επαφή με ένα μεγάλο κομμάτι του έργου του
μεγάλου δραματουργού. Συνέχισε δε με τις «Ευτυχισμένες μέρες»,
κρατώντας για τον εαυτόν της το ρόλο της Ουίννυ.
Αυτός ο ρόλος, έχει δημιουργήσει μια ολόκληρη μυθολογία γύρω
από την ερμηνεία του.
Ολοι αναφέρουν την Madeleine Renaud που την ενσάρκωσε στο
Παρίσι, αλλά για την Ελλάδα η αποκάλυψη ακούει στο όνομα της
Χριστίνας Τσίγκου που ανέβασε την παράσταση το 1966 και την
επανέλαβε το 1973. Η Τσίγκου όχι μόνο πρωταγωνίστησε στο έργο
αλλά και το μετέφρασε στα ελληνικά. Αυτήν την μετάφραση, με
πολύ λίγες παρεμβάσεις, χρησιμοποίησε και η Κοκκίνου. Απ’
αυτήν την πρώτη παράσταση υπάρχουν μνήμες καταγραμμένες κυρίως
για το ξάφνιασμα που ένιωσε κοινό και κριτική από την ιδιότυπη
ερμηνεία της ελληνογαλλίδας ηθοποιού που κυριολεκτικά
«τραύλιζε την ύπαρξη».
Μετά από αυτήν την πρώτη έντονη εμπειρία, τον ρόλο τόλμησαν ν’
ακουμπήσουν εξαίρετες ηθοποιοί, όπως η Βάσω Μανωλίδου
(σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή), η Δέσπω Διαμαντίδου, η Ρούλα
Πατεράκη, η Αντιγόνη Βαλάκου.
Ομως περί τίνος πρόκειται ακριβώς;
Ολες οι ανθρώπινες φιγούρες του Μπέκετ χαρακτηρίζονται από την
αδυναμία τους ν’ αποδεχτούν τον παραλογισμό της ίδιας της
ύπαρξής τους. Αρνούνται ουσιαστικά την συγκατοίκηση μαζί της.
Εγκλειστοι στον εαυτόν τους, μόνοι, προσπαθούν παρόλ’ αυτά να
ζήσουν, όπως – όπως, κάνοντας τις αναγκαίες «φυσιολογικές»
κινήσεις που τους υπαγορεύει η συνθήκη της ζωής. Εκκρεμείς
στην αντίφαση του έρωτά τους να επιστρέψουν στην ανυπαρξία απ’
όπου προήλθαν και τη ζωική δύναμη που τους ωθεί να ενεργούν.
Η Ουίννυ είναι μια γυναίκα θαμμένη στον τύμβο της, πρώτα ως τη
μέση κι ύστερα ως το λαιμό. Παρότι είναι δεδομένο ότι δεν
ορίζει αυτή το χρόνο που έχει καθορισθεί ερήμην της, παρότι η
βύθιση στον τάφο της προχωρεί πάλι ερήμην της, αυτή προσπαθεί
να ξεγελάσει το χρόνο, ν’ αναβάλλει το μοιραίο, παίζοντας ή
καλύτερα, μιμούμενη το παιγνίδι της ζωής. Μάταιες προσδοκίες,
μάταιες κινήσεις, σπαράγματα αναμνήσεων, ευτελείς αναδρομές
στο παρελθόν και τέλος μάταιη ανάκληση ενός τελειωμένου
Ουίλλυ, δηλαδή του άλλου, που είναι δυστυχώς ο μόνος που
μπορεί να επιβεβαιώσει την ύπαρξή της. Ανακαλώντας συνεχώς τη
φράση «με τον παλιό τρόπο», φράση κλειδί του έργου, που
σημαίνει «ας κάνουμε ό,τι έκαναν και όλοι οι άλλοι πριν από
εμάς για ν’ αντέξουν το παιγνίδι της επιβίωσης».
Πρέπει να πούμε πως η Αννα Κοκκίνου στήριξε αξιοθαύμαστα αυτόν
τον σπαραχτικό ρόλο που η καθηλωμένη ερμηνεύτρια πρέπει να
παίξει με τρόπο που να καθηλώσει με τη σειρά της το θεατή.
Θαμμένη στο χωμάτινο λοφάκι της Χλόης Ομπολένσκυ, σα να έκανε
αμμόλουτρα σε κάποια ερημική παραλία που τη δέρνει το λιοπύρι,
είχε δουλέψει λέξη – λέξη το κείμενο, δίνοντας υπόσταση σε
φράσεις σχεδόν ιδεατές. Με την εκφραστικότητά της
διοχετευμένη αρχικά στα χέρια και κατόπιν στο πρόσωπο, έπαιξε
με όλα τα χαρακτηριστικά της. Τα μάτια, το στόμα, τα μάγουλα,
τη μύτη. Στέρεη και καθαρή ερμηνεία ενός κειμένου που η
Κοκκίνου μας έδειξε ότι κατείχε πλήρως. Δίπλα της ο ξοφλημένος
Ουίλλυ του Στέλιου Ιακωβίδη, συμπλήρωνε τη ζοφερή εικόνα της
εκμηδένισης.

ΑΘΗΝΑ 18-
2-04
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ