ΧΑΣΗΣ04

« Ο ΧΑΣΗΣ» του Δημητρίου Γουζέλη

Από το ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ

Σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου

Ο Δημήτριος Γουζέλης ανήκει σε κείνην την ρωμαντική κατηγορία των
διανοουμένων, που εμπνεύστηκαν από τη Γαλλική Επανάσταση, τις φιλελεύθερες
ιδέες της και το διαφωτισμό του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου
αιώνα. Το έργο που τον καταξίωσε διαχρονικά δεν ήταν κανένα από τα ώριμα
συγγράμματά του, αλλά ένα θεατρικό κείμενο των πρώτων νεανικών του χρόνων.
Τόσο δροσερό, νεανικό και πρωτοπόρο, που άρκεσε για να θεωρηθεί ότι ανήκε
σε κείνα τα κείμενα που σηματοδοτούν την αρχή της ιστορίας του νεοελληνικού
θεάτρου.
«Ο Χάσης» έχει βέβαια πίσω του, ολόκληρο το κρητικό θέατρο (Ερωτόκριτο και
Ερωφύλλη), την επτανησιακή κωμική παράδοση, τον Κατσούρμπο, τα έργα του
πρώιμου Γκολντόνι και πιο πίσω ακόμη, ολόκληρο το μεσαιωνικό λαϊκό θέατρο.
Βέβαια πιο κοντά του βρίσκονται οι αυτοσχέδιες ερασιτεχνικές παραστάσεις
της Ζακύνθου, οι γνωστές «ομιλίες», με τον καρναβαλικό τους χαρακτήρα. Γι
αυτό και το έργο παρουσιάζει χαλαρή δομή, παραταγμένες σκηνές που δεν
υπακούουν σε ένα αυστηρό δραματουργικό πλαίσιο. Ο « Χάσης» κι αυτή είναι η
γοητεία του, προαναγγέλει μεν την σατυρική ηθογραφία, αλλά δεν έχει σκοπό
να παρακολουθήσει την εξέλιξη ενός χαρακτήρα, αλλά απλώς να τον δείξει,
ακόμα και ως καρικατούρα, μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής ζωής που τον
περιβάλλει. Ετσι δείχνονται μάλλον «τύποι» κοινωνικοί και όχι ολοκληρωμένοι
χαρακτήρες , όπως τουλάχιστον τους γνωρίσαμε στο πλαίσιο της κοινωνικής
ηθογραφίας. Σκηνές της καθημερινής ζωής και μια χαρούμενη διάθεση καυστικής
κριτικής των συμπατριωτών του νοικοκυραίων, αστών, αφεντάδων, παραγιών ,
παρθένων, οικογενειών, τεμπέληδων , δουλευταράδων και λοιπών, αυτό είναι το
θεατρικό υλικό του «Χάση». Υλικό ανοικονόμητο με τη σημερινή περί θεάτρου
αντίληψη. Υλικό που χρειάζεται επεξεργασία για να σταθεί όχι στο
σταυροδρόμι κοντά στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, μια μέρα καρναβαλιού, αλλά
στη σκηνή του σημερινού θεάτρου. Και κυρίως αυτό που χρειάζεται επεξεργασία
είναι η γλώσσα του. Μια αριστοφάνεια γλώσσα, γεμάτη ιταλικούρες, γλώσσα
λαϊκή, τρέχουσα του καιρού της, που αν ακουγόταν ατόφια σήμερα , δεν θα
γινόταν κατανοητή.
Ο Σπύρος Ευαγγελάτος είναι ο πρώτος διδάξας. Είναι αυτός που προσέγγισε το
εγκαταλελλημένο λόγω των δυσκολιών του κείμενο, κατ’ αρχήν εν έτει 1964,
οπότε και το ανέβασε με την «Νεοελληνική Σκηνή».
Στο φετινό ανέβασμα ο σκηνοθέτης προσπάθησε να το φέρει πιο κοντά στην
αρχική παράδοση. Δηλαδή την παράδοση του καρναβαλιού και της «ομιλίας».
Ετσι όλη η δράση τοποθετήθηκε σ’ ένα πατάρι και η πλατεία μεταμορφώθηκε σε
λαϊκή ταβέρνα. Οι ηθοποιοί είτε φορούσαν μάσκες, είτε στα πρόσωπά τους ήταν
ζωγραφισμένες μάσκες. Επίσης γυναικείοι ρόλοι παίζονταν από άνδρες και
αντίστροφα. Ολο το καρναβαλικό στοιχείο της μεταμόρφωσης ενσωματώθηκε στην
παράσταση.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια (Γιώργος Πάτσας), η μουσική (Γιάννης
Αναστασόπουλος) και οι νέοι κεφάτοι ηθοποιοί, (Γ. Κροντήρης, Γιώργος
Μπούγος, Θανάσης Κουρλαμπάς, Σοφία Φαραζή, Αντώνης Μάρος) όλα, συντελούν
στο να έχεις την αίσθηση ότι παίρνεις μέρος σ’ ένα λαϊκό, γκροτέσκο
παιγνίδι.
Σημειώσαμε την δροσερή παρουσία της Σοφίας Φαραζή, την σκαμπρόζικη διάθεσή
της καθώς επίσης και την ευκολία της μεταμόρφωσης σε ρόλους αντίθετους.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ

ΑΘΗΝΑ 31-3-04