FOOL FOR LOVE’11

“FOOL FOR LOVE” του Σαμ Σέμπαρντ, σε Μετάφραση Χρήστου Νικολόπουλου και
Σκηνοθεσία Αθανασίας Καραγιαννοπούλου, στο Θέατρο «ΚΑΠΠΑ»

Αν είναι κάτι που χρωστάμε στον Σαμ Σέμπαρντ είναι η αποδόμηση του
μεταπολεμικού αμερικανικού μύθου όπως αυτός αναπαράχθηκε από μια τεράστια
μηχανή ονείρων, τη βιομηχανία του Χόλυγουντ. Και μάλιστα ακόμα και όταν ο
ίδιος κατόρθωσε να γίνει ένας χολιγουντιανός σταρ.
Ο Σέμπαρντ πατάει πάνω στα συντρίμμια της μηχανής του Τζέιμς Ντιν, εφόσον η
γενιά του, αυτή της δεκαετίας του 1960 δεν διατηρεί καμία ψευδαίσθηση. Η
δίκαιη, αθώα και ηρωική Αμερική απλώς δεν υπάρχει. Όπως δεν υπάρχει και η
αγία αμερικάνικη οικογένεια που ευτυχισμένη παρακολουθεί τηλεόραση
τρώγοντας ποπ-κορν.
Ερευνώντας λοιπόν την αμερικάνικη κοινωνία κάτω από τη σκιά της
κινηματογραφικής εξιδανίκευσης, καταλήγει να γράφει οικογενειακές ιστορίες
με τα πρόσωπα σχεδόν μισοσχεδιασμένα και τους ήρωες να προσπαθούν να
εφεύρουν την προσωπικότητά τους εξ αρχής, σαν να έχουν αρνηθεί κάθε
κληρονομικότητα. Οι γιοί δεν έχουν «σπίτι» να γυρίσουν, οι πατεράδες έχουν
ήδη φύγει και έτσι ο κόσμος μένει απροσδιόριστος. Ψευδαίσθηση και
πραγματικότητα συμπλέκονται εφόσον δεν υπάρχει σταθερό σημείο αναφοράς.
Οι οικογενειακές του λοιπόν ιστορίες ξετυλίγονται ως ψυχολογικά ρεαλιστικά
δράματα, αγγίζοντας αρχετυπικά διλλήματα.
Το Fool for love, έργο της δεκαετίας του 1980 που τον επανέφερε στο
προσκήνιο τόσο θεατρικά όσο και κινηματογραφικά, σημαίνει «τρελαμένος για
αγάπη» και όχι «τρελός από έρωτα». Ηδη λοιπόν ο τίτλος παραπέμπει πολύ πιο
μακριά από τον άρρωστο έρωτα δύο αιμομικτών εραστών. Η παρουσία – απουσία
του πατέρα στη σκηνή αλλά και στην ζωή των ηρώων παραπέμπει στο ίδιο το
φαντασιακό της πατρικής φιγούρας, στην ψευδαίσθηση της ύπαρξής του ή στην
επιθυμία ύπαρξής του, μετατοπίζει το έργο από το νατουραλιστικό
ψυχολογισμό, δίνοντάς του βαθύτερες διαστάσεις.
Η ποίηση του έργου πηγάζει από τις αδρές εικόνες ζωής μιας επαρχιώτικης
πραγματικής Αμερικής και της γλώσσας που αυτή παράγει. Οι ήχοι, τα
αυτοκίνητα, η Πλύμουθ και τα Στουντμπέικερ, η Μερσέντες, η εικόνα ενός
τροχόσπιτου που το ραπίζει ο καυτός αέρας της ερήμου, οι καουμπόυδες, τα
άλογα, «ο Σπένσερ Τρέισυ» και η τραγουδίστρια της κάντρι Μπάρμπαρα Μαντρέλ,
συνιστούν αυτήν την ποίηση των καθημερινών ανθρώπων, εφόσον αυτά αποτελούν
τα σύμβολα και το χωροχρόνο της ζωής τους.
Ο Αλκις Κούρκουλος διαθέτει την φιγούρα του του Εντυ και η Χριστίνα
Αλεξανιάν κάλλιστα θα μπορούσε να είναι η Μέυ.
Δεν ξέρω αν έφταιγε η κάπως επιφανειακή και «εύκολη» σκηνοθεσία ή οι δύο
πρωταγωνιστές απλώς δεν κατάφεραν να «βγάλουν σπίθα» από την τριβή των
μετάλλων τους. Πάντως δεν δημιούργησαν επί της σκηνής τη μαγεία και δεν
κατάφεραν να εκφράσουν την ποιητικότητα που είναι και το ζητούμενο του
έργου. Δεν μας ταξίδεψαν στην έρημο Μοχάβι. Την έρημο της μοναξιάς των
σύγχρονων ανθρώπων, των μυστικών και των αμαρτιών της ύπαρξης. Αυτήν την
αίσθηση του «ο καθένας ζει όπως μπορεί».

ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ