ΔΑΦΝΕΣ ΚΑΙ ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΕΣ’15

«ΔΑΦΝΕΣ ΚΑΙ ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΕΣ» των Δημήτρη Κεχαϊδη και Ελένης Χαβιαρά, σε
Σκηνοθεσία Πέτρου Φιλιππίδη, στο Θέατρο «Μουσούρη»

Ημουν πρωτοετής φοιτήτρια, όταν το 1979, στο μαγικό υπόγειο του Κουν, μέσα
στην έξαρση της μεταπολίτευσης, κλαίγαμε από τα γέλια, παρακολουθώντας τις
«Δάφνες και Πικροδάφνες». Με όλη μας δε την παιδική παντοδυναμία και την
έπαρση της νιότης, θεωρούσαμε ότι αυτός ο τύπος ανθρώπων, οι
μικροκομματάρχες από την Τρίπολη, που σχεδίαζαν στο θλιβερό τους αρχηγείο
την προεκλογική τους τακτική, ανήκε στον κόσμο του Νεάτερνταλ, ανήκε στον
προδικτατορικό παλαιοκομματισμό. Ότι όλος αυτός ο κόσμος ήταν ένας κόσμος
που είχε ήδη πεθάνει αλλά δεν το γνώριζε ακόμη. Ότι το μικροπολιτικό
παρασκήνιο, ο παραγοντισμός, η κοτσαμπάσικη νοοτροπία, οι πελατειακές
σχέσεις, οι μηχανορραφίες, οι λίστες των οπαδών, οι παρατρεχάμενοι κλπ,
κλπ, θα σαρώνονταν πλέον από τα κύματα των νέων αγωνιστών του
αντιδικτατορικού αγώνα , του Πολυτεχνείου και των παιδιών της
μεταπολίτευσης, που είχαν με θόρυβο εισβάλλει στο προσκήνιο και άλλαζαν όλο
το πολιτικό τοπίο της χώρας.
Το να ξαναβλέπεις όμως σήμερα το έργο, αυτήν την πολιτική κωμωδία κριτικού
ρεαλισμού ή νεοηθογραφίας , στην Ελλάδα της κρίσης και της χρεοκοπίας, σε
προκαλεί σε αντιστοιχίες και μνήμες .
Δραματουργικά το έργο είναι στημένο σαν μια παρτίδα «πρέφα» που παίζουν οι
τέσσερις καφενόβιοι παίχτες, τηρώντας τους κανόνες του παιγνιδιού, με τα
ατού και τους άσσους, τις μπλόφες και τα «ρέστα» τους. Η ελληνική πολιτική
πραγματικότητα αποδομείται ιστορικά και παράλληλα χαρτογραφείται η
ψυχοσύνθεση του έλληνα της μεταπολίτευσης, που σαράντα χρόνια μετά,
χρεώνεται ενοχικά τη συλλογική μας αποτυχία.
Ολο αυτό όμως, αφήνει μια θεατρική γλωσσική παρακαταθήκη, διδάσκοντάς μας
ότι χαρακτήρες δίχως ζωντανή αντίστοιχη γλώσσα δε νοούνται.
Το έργο 40 χρόνια μετά, παίζεται και ξαναπαίζεται και με ενδιαφέρον
παρακολούθησα το εγχείρημα του Π Φιλιππίδη και ως σκηνοθέτη και ως
ηθοποιού, να ενώσει τέσσερις πρωταγωνιστές, σ’ ένα μικροαστικό επαρχιακό
σαλονάκι του τέλους της δεκαετίας του ‘70—τόσο φρικτά όμοιο με δικές μου
μνήμες – χωρίς κανέναν εκσυγχρονισμό , παρά τα περί αντιθέτου γραφόμενα-
Όμως η σκηνοθεσία δεν έφερε ενιαίο ύφος, με αποτέλεσμα ο Θανάσης
Παπαγεωργίου να παίζει τη μετρημένη του «ηθογραφία», οι δε Πέτρος
Φιλιππίδης και Γιώργος Κιμούλης προέκριναν το γκροτέσκο ως πλάγια ειρωνική
προσέγγιση των χαρακτήρων τους, με τον Δευκαλίωνα Δαδακαρίδη να ισορροπεί
αξιοθαύμαστα ανάμεσα στα είδη.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ