«Η Νίκη» της Λούλας Αναγνωστάκη, σε Σκηνοθεσία Βίκτωρα Αρδίττη και Μουσική
Δημήτρη Καμαρωτού, από το Εθνικό Θέατρο
Τριανταπέντε περίπου χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα του έργου από τον Κάρολο
Κουν, «η Νίκη» μοιάζει να διαλέγεται με την σημερινή Ελλάδα με έναν τρόπο
πιο σπαραχτικό απ’ ότι τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης.
Τότε η συγγραφέας σα νάθελε να θυμίσει τις πληγές του παρελθόντος, να
τονώσει την τραυματική μνήμη που η ευωχία της εποχής έμοιαζε να θέλει να
κουκουλώσει, παρά την έντονη πολιτική αναφορά ή και εκμετάλλευση της
πρόσφατης ιστορίας του τόπου.
Γιατί η Αναγνωστάκη, όπως κάθε πραγματικός διανοούμενος, έβλεπε πίσω από τα
αιώνια μαύρα της γυαλιά, την ελληνική οικογένεια ως φορέα πένθους, με
πρόσωπα σφραγισμένα από το αίμα του διχασμού, του εμφυλίου, του προδομένου
αντάρτικου και της δικτατορίας. Πρόσωπα καθόλου ηθογραφικού χαραχτήρα,
μάλλον τσεχωφικά, συμπυκνωμένα, ηττημένα. Στο ψυχικό τους τοπίο έχει
εγγραφεί η ιστορία, τα ίδια δεν το γνωρίζουν, ζουν την καθημερινότητά τους,
μα θέλουν ταυτόχρονα να δραπετεύσουν, να προβούν σε μια εξαιρετική
καθαρτήρια πράξη.
Τόξερε η Αναγνωστάκη από τότε ότι η μεταπολίτευση δεν έφερε την κάθαρση,
ούτε την έξοδο από το δράμα.
Σήμερα λοιπόν η οικογένεια των ελλήνων μεταναστών στην Γερμανία που κρύβει
και θέλει να ξεφύγει από ένα φόνο, μας ξανασυνδέει με την πραγματική μας
ιστορία.
Φονιάδες, χαφιέδες, ανυπεράσπιστοι, οραματιστές μιας νίκης που δεν θάρθει
ποτέ, μια ελλειμματική μάνα που δεν μπορεί ν’ αγαπήσει, μια κόρη που
απελπισμένα αγωνίζεται να κλείσει τον κύκλο του αίματος, μια ξενιτιά που
επιλέγεται ως χώρος ελευθερίας για να αποδειχθεί μια φυλακή όπως όλος ο
κόσμος, και τελικά ένα σπαρακτικό αίτημα δικαιοσύνης που μένει αδικαίωτο,
μαζί με τα αιωρούμενα, «μισά» πρόσωπα της Αναγνωστάκη.
Όταν η συγγραφέας βάζει τον σακατεμένο ήρωά της να αναφωνεί «Και «νίκη!»,
«νίκη!» να φωνάζουν από παντού θριαμβευτικά οι νικητές τσαλαπατώντας τους
ηττημένους. Να περνούν μέσα από το σπίτι μας που θα’χει γίνει γέφυρα,
γέφυρα που χωρίς αυτή δε θα μπορούσαν να περάσουν», ήδη έχει εξηγήσει το
παρελθόν και μας έχει προειδοποιήσει για τα μελλούμενα. Ότι δηλαδή και μεις
σαν άτομα και κοινωνία μαζί, αφήσαμε τις πόρτες και τα παράθυρα ανοιχτά,
δεν το προστατέψαμε το σπίτι μας, επιτρέψαμε κι εμεις την εισβολή.
Με λόγο άμεσο, φαινομενικά ρεαλιστικό, λόγο καθημερινό (άλλωστε όλα της τα
έργα δομούνται πάνω σε καθημερινά ασήμαντα περιστατικά), στήνει μια σκηνική
ποιητική παγίδα, έτσι που το έργο της να συνομιλεί εξίσου με την
ελληνικότητα και την παγκοσμιότητα, με στοιχεία από τον Πίντερ τον Μπέκετ
και τον Αλμπυ.
Η παράσταση του Αρδίττη στάθηκε σχεδόν με σεβασμό στα προαπαιτούμενα του
έργου. Δεν στόχευσε σε κανέναν εκσυγχρονισμό, εκτός από τα πρόσωπα της
έναρξης με τις μάσκες, που τα έκαναν να μοιάζουν βγαλμένα από την ίδια
μήτρα και το ζεϊμπέκικο του Καμαρωτού σε στίχους από ένα όνειρο του Γιώργου
Χειμωνά, που έμεινε σχεδόν μετέωρο σαν τα πρόσωπα του έργου.
Με την Ρένη Πιττακή στο ρόλο της Μάνας και τη Μαρία Κεχαγιόγλου στο ρόλο
της Βάσως, ρόλο που έπαιζε η Πιττακή στο πρώτο ανέβασμα του 1978, ο
Αρδίττης κατάφερε να μας φέρει πρόσωπο με πρόσωπο όχι μόνο με την Ιστορία
μας αλλά με το ίδιο το πρόσωπό μας.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ