Η Νύχτα της Ιγκουάν12

«Η Νύχτα της Ιγκουάνα» του Τενεσί Ουίλιαμς, σε Μετάφραση και Σκηνοθεσία
Αλέξανδρου Κοέν, στο Θέατρο «Αργώ»

Πάνε χρόνια που σε μια από τις σπάνιες μεταμεσονύχτιες τηλεοπτικές προβολές
κλασσικών κινηματογραφικών ταινιών, παρακολούθησα τη «Νύχτα της Ιγκουάνα»
του πατριάρχη σκηνοθέτη Τζον Χιούστον. Ακόμα και σήμερα όταν τη σκέφτομαι,
νιώθω την υγρή ατμόσφαιρα της ζούγκλας του Μεξικού, και το αισθησιακό
σαφάρι που έπαιρνε μέρος ο Ρίτσαρντ Μπάρτον, η Αβα Γκάρντερ και η Ντέμπορα
Κερ.
Καλοκαίρι του 1940. Ενας πρώην επισκοπικός ιερέας και τώρα αλκοολικός, έχει
πιάσει δουλειά ως ξεναγός στο Μεξικό.
Μια περιπλανώμενη γεροντοκόρη, συμβιβασμένη με τη ζωή της και με πλούσιο
ψυχικό κόσμο, συνοδεύει τον παππού της, τον τελευταίο υπερήλικα ποιητή που
προσπαθεί να συνθέσει το τελευταίο του ποίημα .
Ένα τουριστικό πούλμαν καθωσπρέπει αμερικανίδων, σπάει τον ηδονικά αμαρτωλό
αέρα.
Στο ξενοδοχείο Costa Verde που διευθύνει η χήρα Μαξίν και που καταλήγουν
Ναζί παραθεριστές, θα συναντηθούν όλοι μαζί και θα περάσουν μια κολασμένη
νύχτα. Μια νύχτα που τον ήχο της βροχής θα καλύπτει η φωνή της
αιχμαλωτισμένης ιγκουάνα.
Το πρωί το ζώο έχει ελευθερωθεί μαζί με τις ψυχές των ηρώων μας που θα
ακολουθήσουν την δυσοίωνη μοίρα τους , πιο γενναίοι και ίσως πιο ελεύθεροι
από πριν.
Με τη «Νύχτα της Ιγκουάνα» ο συγγραφέας κλείνει το 1961 τη σειρά των
μεγάλων του έργων που είχε ξεκινήσει με το «Γυάλινο κόσμο» το 1945. Αυτό το
«εγωιστικό» κατά τον Ουίλιαμς έργο, εμπεριέχει όλη του την θεματολογία, όλη
τη φιλοσοφία ή μάλλον αίσθηση ζωής που είχε διαμορφώσει και διασπείρει σε
όλα του τα έργα. Ακόμα και οι ήρωές του, εμφανίζονται ως συνέχεια εκείνων
του «Γυάλινου κόσμου».
Ενός κόσμου γεμάτου στέρηση επικοινωνίας και ανθρώπινης εγγύτητας, με άτομα
ανασφαλή και ευάλωτα που σημαδεύονται από τον αλκοολισμό, την ασέλγεια και
την παράνοια. Τα στοιχειά της ζωής του συγγραφέα. Όμως πάντα μένει ένας
κόσμος οδυνηρός μεν αλλά ηδονικός και άνθρωποι που αναζητούν τον «άλλον».
Η σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Κοέν δεν στόχευσε στην αναπαραγωγή του υγρού
ηδονιστικού κλίματος που υπονοεί το έργο. Ούτε τα πρόσωπά του επί σκηνής
εξέπεμπαν την εμφανή ή καταπιεσμένη τους σεξουαλικότητα. Ισως αυτή να ήταν
η επιλογή του. Περισσότερο νευρωτική η χήρα Μαξίν – Νεκταρία Γιαννουδάκη,
έδωσε μια γήινη εκδοχή του ρόλου, ενώ η Κερασία Σαμαρά έδωσε αέρινο τόνο
στη Χάνα της, με την ήρεμη συναισθηματικότητά της και την κορύφωση στην
κραυγή σωτηρίας της ιγκουάνα.
Ο Βασίλης Μπισμπίκης ερμήνευσε έναν υπεκινητικό ανασφαλή και παιδικό
Σάννον, έναν άνθρωπο κυριευμένο από τους δαίμονές του, που αναζητά
καταφύγιο.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ