«Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ» της Λούλας Αναγνωστάκη, σε σκηνοθεσία Ενκε Φεζολλάρι, μια
συμπαραγωγή του «Θεάτρου της Αλήθειας» με το «Θέατρο του Ν. Κόσμου»
Όταν το 1965 η Λούλα Αναγνωστάκη παρέδιδε στον Κάρολο Κουν τα χειρόγραφα
της «τριλογίας της πόλης» («Διανυκτέρευση», «Πόλη». «Παρέλαση»), το χαλί
πάνω στο οποίο περπατούσαν ήταν απόλυτα ρεαλιστικό. Η Θεσσαλονίκη της
δεκαετίας του 1960. Μια πόλη υπό τη διαρκή φασιστική πολιορκία του
παρακράτους, σε κλίμα τρομοκρατίας και μια ατμόσφαιρα ζόφου που
προανήγγειλαν τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη.
Από κει είναι το υλικό της. Ακατέργαστο και νωπό ακόμα, με τις μνήμες του
πολέμου, του εμφυλίου και τους προδομένους αγώνες να παγιδεύουν τα πρόσωπα
σ’ ένα παρελθόν βουτηγμένο στους εφιάλτες. Τα πρόσωπα της Αναγνωστάκη έχουν
Ιστορία. Όμως αυτό το «ρεαλιστικό χαλί» γρήγορα απορροφά τον κόσμο που
αντανακλά και ανασύρει βαθύτερα ψυχικά υποστρώματα, εκεί που φωλιάζουν οι
υποσυνείδητοι αρχαϊκοί φόβοι. Οι ήρωές της κινούνται ανάμεσα στο «παράλογο»
και την τραγωδία.
Στην «Παρέλαση», δυο αδέρφια, η Ζωή και ο Άρης ζουν απομονωμένα από τον έξω
κόσμο, εξόριστοι στην ασφάλεια του δωματίου τους. Η μόνη τους επαφή με την
πόλη και τους ανθρώπους είναι ένα «παράθυρο». Η ιδέα της παρέλασης που θα
λάβει χώρα κάτω από το σπίτι τους, φαντάζει ως η μοναδική διέξοδος από τη
ρουτίνα της καθημερινότητας. Από το παράθυρο θα παρακολουθήσουν την έναρξη,
την απρόσμενη εξέλιξη και την αποτρόπαια έκβαση. Η Παρέλαση προοικονομεί το
έγκλημα και το φόνο. Από το παράθυρο θα εισβάλει ο έξω κόσμος, που τόσον
καιρό αποφεύγουν, και θα τους συντρίψει.
Μ’ αυτήν την πλοκή, με τα αιωρούμενα πρόσωπα της δράσης να βρίσκονται
μονίμως ανάμεσα στον εφιάλτη και τη φαντασμαγορία της εξαιρετική πράξης που
δεν τολμούν, όπου εκτός του εγκλεισμού προβάλλει το ερωτικό απωθημένο
στοιχείο και όπου το ελάχιστο, το καθημερινό ανάγεται σε συλλογικό, η
συγγραφέας μας παρέδωσε ένα έργο για την μυθολογία του άστεως, για το φόβο
της μοναξιάς , του θανάτου αλλά και της ίδιας της ανάγκης για ανθρώπινη
χειραφέτηση. Μας παρέδωσε μια παρέλαση ηττημένων που από τη μια
ονειροπολούν και από την άλλη αναζητούν την ενηλικίωση.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στη σκηνοθεσία του Ενκε Φεζολλάρι, είναι ότι
προσπάθησε να εγγράψει το έργο στη σκηνή του σήμερα. Να περιγράψει
αισθητικά τους νέους φόβους και τις νέες διαδρομές του, σε μια Ελλάδα
ηττημένη.
Η Αλβανική του καταγωγή εγγράφηκε στην ιστορία των ηρώων που τώρα σαν να
έρχονται από την επαρχία, που πίσω τους δεν έχουν τον πόλεμο και τον
εμφύλιο της δεκαετίας του 1940, αλλά όλη την προσφυγιά του 20ου αιώνα. Από
τον Πόντο και την Μικρά Ασία των αρχών του, έως τους Βαλκάνιους μετανάστες
του τέλους του. Κι αυτό σκηνικά υποστηρίχτηκε από τα εξαιρετικά τραγούδια
και τη μουσική που ενέταξε στην παράσταση (ποντιακά, αλβανικά, ιταλικά,
ρεμπέτικα και με τη «Συννεφιασμένη Κυριακή του τέλους»), άλλοτε σαν μουσική
υπόκρουση και άλλοτε τραγουδισμένα ακαπέλα από την εξαιρετική νεαρή ηθοποιό
Βασιλική Τρουφάκου. Αλλά και από την επαρχιώτικη εμφάνιση των ηρώων που
παρέπεμπαν στους πρόσφυγες της πατρίδας του.
Εκτός της Βασιλικής Τρουφάκου που ερμήνευσε μια υπερβατική Ζωή, ο Μάνος
Καρατζογιάννης δόμησε σταδιακά τον Αρη με ερμηνευτική επάρκεια, αλλά δίχως
τη ρευστή μορφή που θα του ταίριαζε.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ