ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΑΙΝΟΜΕΝΟ11

«ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ» του Ευριπίδη, σε Μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα και
Σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού από το Εθνικό Θέατρο.

Είδα την παράσταση στο όμορφο ανοιχτό θέατρο του Αλσους της Ηλιούπολης και
έτσι έχασα την «Αγγελοπουλική» είσοδο του «θιάσου» στο Αργολικό θέατρο
.Εχασα τη σκηνή όπου το μπουλούκι των ηθοποιών κατεβαίνει από ένα παλιό
πενηντάχρονο υπεραστικό λεωφορείο Mercedes R495 κατασκευασμένο από την
«Βιαμάξ», που με αναμμένους τους προβολείς του φωτίζει τη σκηνή.
Παρ’ όλα αυτά η αίσθηση ότι εδώ μπροστά μας είχαμε έναν θίασο που ήλθε να
μας αφηγηθεί την τραγική ιστορία της πτώσης ενός ήρωα και όχι να «παίξει»
αναπαριστώντας την ιστορία του, ήταν παρούσα και στην εκτός Επιδαύρου
παράσταση.
Αυτή ακριβώς η επιλογή της «αφήγησης» ήταν και η βασική σκηνοθετική
επιλογή. Παράλληλα ο σκηνοθέτης διάβασε το έργο με τον τρόπο που εντρυφά τα
τελευταία χρόνια όχι μόνο στα θεατρικά κείμενα αλλά και στις δικές του
δραματουργικές συνθέσεις. Στη μελέτη της συλλογικότητας (κοινοτικής,
εθνικής κλπ) και της σχέσης του ατόμου με αυτήν.
Το ίδιο το έργο αναφέρεται ως απόδειξη της νεωτερικότητας του συγγραφέα που
άλλωστε δέχτηκε στον καιρό του έντονη κριτική τόσο για την συγκρότηση των
τραγωδιών του που απομακρύνονταν από τα αριστοτελικά πρότυπα, όσο και για
τον σκεπτικισμό του για το ρόλο των θεών και την ανίχνευση της προσωπικής
ευθύνης στα τεκταινόμενα. Με έναν τρόπο ο Ευριπίδης στα τέλη του 5ου αιώνα
προετοίμαζε την Νέα Τραγωδία και την μετέπειτα έλευση του σοβαρού δράματος.
Ετσι ο Ηρακλής εμφανίζεται χωρίς τα ηρωικά του τρόπαια, ένας κουρασμένος
μαχητής που επιστρέφει σπίτι. Εκεί θα αναλάβει να σώσει την οικογένειά του
από τον Λύκο.
Ο χορός των γερόντων θα αναλάβει ανάλαφρα να μας διηγηθεί τους άθλους του
Ηρακλή. Μόνον ο Λύκος αμφισβητεί τις μοναχικές νίκες του ήρωα και θα
πεθάνει από το χέρι του.
Κατόπιν το κλίμα αλλάζει. Μιας άλλης κατάστασης έργο εκτυλίσσεται μπροστά
μας. Η Ιριδα σταλμένη από την Ηρα θα αναγκάσει τη Λύσσα να καταλάβει την
ψυχή του Ηρακλή και να τον μετατρέψει σε δολοφόνο των παιδιών και της
γυναίκας του. Όταν σαν τον Αίαντα ξυπνήσει από τον ύπνο και
συνειδητοποιήσει τις πράξεις του, θα γίνει ο αθλιοδέστερος των ανθρώπων.
Και μόνον ο φίλος του, ο Αθηναίος Θησέας θα του τείνει χείρα βοηθείας
,συμπαραστεκόμενος στον άνθρωπο που ξεγελάστηκε από τους θεούς και θα τον
οδηγήσει ικέτη στην Αθήνα.
Αυτή η πτώση του ήρωα και η αυτοκαταστροφική του συμπεριφορά, όταν στρέφει
τη δύναμή του ενάντια στους αγαπημένους του, δηλαδή τον εαυτόν του, σε μια
κατάσταση μανίας, είναι μια λαμπρή σύλληψη του ανθρώπινου ψυχισμού από τον
Ευριπίδη, 2.500 χρόνια πριν την ψυχαναλυτική φροϋδική διατύπωση. Ο
ηρωισμός, δηλαδή η ατομική δράση που ξεπερνά το ανθρώπινο κοινό μέτρο,
ενέχει ένα είδος μανίας που το κόστος της το πληρώνει το ίδιο το άτομο με
το ίδιο ανοικονόμητο μέτρο.
Ο σκηνοθέτης μας παρέδωσε μια σύγχρονη συγκλονιστική ανάγνωση του σπουδαίου
κειμένου που ανέδειξε πλήρως τις κρυμμένες πτυχές του έργου.
Η σημαντικότερη δε επιτυχία του έγκειται κατά τη γνώμη μου στη σύλληψη για
τη δράση, τη διάταξη και το ρόλο του χορού. Ενας χορός γερόντων που
συνδιαλέγεται με τη νεότητα μας αφηγείται την ιστορία, κινούμενος με χάρη ,
χιούμορ και αυτοσαρκασμό έως τα όρια του αυτοσχεδιασμού, που άγγιζε ακόμα
και την επικαιρότητα χωρίς να ενοχλεί.
Θαυμάσια η ζωντανή μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού, ερμηνευμένη από τους
μουσικούς – ηθοποιούς- μέλη του χορού .
Τι να πούμε για τους υπέροχους ηθοποιούς, για όλα τα μέλη του χορού;
Απλώς σημειώνουμε με όλο μας το σεβασμό τον Γιάννη Βογιατζή, φορέα ενός
παλιού ήθους, τον Αμφιτρύωνα ενός απέραντα μεταλλασσόμενου Μηνά Χατζησάββα,
την αδρή Μεγάρα της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη που έμοιαζε να έχει τιθασεύσει
τις ερμηνευτικές της ευκολίες, την Ιριδα της Στεφανίας Γοουλιώτη, τη Λύσσα
της Θεοδώρας Τζήμου, τον αλαζόνα Λύκο του Γιώργου Γάλλου .
Και τέλος την αντιηρωική εμφάνιση του Ηρακλή του Νίκου Καραθάνου που μας
μετέφερε τον σπαραγμό του πεσμένου ανθρώπου.