«ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ» του Θεοδόση Πελεγρίνη στο Ιδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη
Στον υπόγειο χώρο του κτηρίου του Ιδρύματος Κακογιάννη, μία πρόχειρα
οριοθετημένη θεατρική σκηνή που μοιάζει ως να ενυπάρχει του συνήθως
αποθηκευτικού χώρου, φιλοξενεί το σώμα του ετοιμοθάνατου νεαρού αυτοκράτορα
«Ιουλιανού».
Ενας παλαίμαχος ηθοποιός, κάνει πρόβα έναν ρόλο που επιθυμούσε σε ολόκληρη
τη ζωή του. Υποδύεται τον ευνούχο δάσκαλο του Ιουλιανού. Συντροφεύοντάς τον
την ύστατη ώρα, κάνει έναν απολογισμό της ζωής και των δύο, αξιολογώντας
την προσωπικότητα του αυτοκράτορα και τη φιλοσοφική του στάση ζωής, καθώς
και τον προσωπικό δεσμό που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους.
Παράλληλα κάνοντας παύσεις στην πρόβα, ανασύρει την προσωπική του ζωή,
βγαίνοντας από το ρόλο και κάνοντας πια έναν προσωπικό απολογισμό σε
πραγματικό χρόνο.
Αυτό το παιγνίδι ρόλων και χρόνων, δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να
μιλήσει για της απόψεις του πάνω στο ίδιο το θεατρικό φαινόμενο.
Δηλαδή θέατρο μέσα στο θέατρο ενός άλλου θεάτρου.
Το εύρημα της παράστασης έγκειται στην διπλή ερμηνεία και σκηνοθεσία του
ίδιου ρόλου και μάλιστα επάλληλα. Ητοι παρακολουθήσαμε το ίδιο έργο, δύο
φορές σε συνέχεια.
Αρχικά παρακολουθήσαμε την εκδοχή της ερμηνείας του ίδιου του συγγραφέα Θ.
Πελεγρίνη, σκηνοθετημένον από την έμπειρη ηθοποιό Πέμη Ζούνη, στο ρόλο του
ευνούχου.
Σε μια σύγχρονη εκδοχή σκηνικής παρουσίας και απόδοσης, ο ίδιος ο
συγγραφέας φάνηκε σαν να έπαιρνε αφορμή από το ρόλο, για να μας εκφράσει
τις προσωπικές του απόψεις για το θέατρο και τη διάσταση ανάμεσα στην
πραγματική ζωή και τη φιλοσοφία της . Ένα καθηγητής φιλοσοφίας θέτει υπό
κρίση μια ζωή κυριευμένη από την ηδονή της σκέψης, σε αντίθεση από την
ζωική ηδονή της ίδιας της ύπαρξης.
Με όλο τον ερασιτεχνισμό φυσικά του μη δόκιμου ηθοποιού και θεατρικού
συγγραφέα.
Από την άλλη μεριά ο Κώστας Καζάκος, με το υποκριτικό του εκτόπισμα,
σκηνοθετημένος από έναν δόκιμο θεατρικό συγγραφέα τον Γιώργο Μανιώτη, έδωσε
θεατρική υπόσταση σε έναν ρόλο «υπό σκιάν».
Αφησε να ρεύσει προς το κοινό η εσωτερική αντιφατικότητα ενός φιλοσόφου-
ηθοποιού για την ίδια του την ύπαρξη.
Όπως και νάχει, η επανάληψη της παράστασης με τον τρόπο που προαναφέραμε,
από τη μια μεριά κούρασε το κοινό, ενώ από την άλλη δεν λειτούργησε
διαδραστικά, φορτώνοντας με περιττές σκέψεις τους θεατές και αναγκαστικά
άδικες συγκρίσεις ερμηνειών.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ