Γιατί νά μήν ἀσκεῖ αἰώνια γοητεία, ὡς βαθμίδα πού ποτέ πιά δέν θά
ξαναγυρίσει, καί ἡ παιδική ἡλικία τῆς ἀνθρώπινης Ἱστορίας, ἐκεῖ ὅπου ἄνθησε
πιό ὄμορφα;
Τήν ἀπάντηση στό ἐρώτημα τοῦτο τήν δίνει ὁ Marx σ’ ἕνα μικρό κείμενο
γραμμένο γύρω στά 1857/8 ἀνάμεσα στίς ἄλλες προεργασίες τοῦ Κεφαλαίου.[4
Ὑπάρχουν παιδιά ἀνάγωγα καί παιδιά πού μεγαλοφέρνουν. Πολλοί ἀπό τούς
ἀρχαίους λαούς ἀνήκουν σ’αὐτήν τήν κατηγορία. Οἱ Ἕλληνες ἦσαν φυσιολογικά
παιδιά. Ἡ γοητεία τῆς τέχνης τους γιά μᾶς δέν βρίσκεται σέ ἀντίθεση μέ τήν
ἀνανάπτυκτη κοινωνική βαθμίδα, πάνω στήν ὁποία διαμορφώθηκε. Μᾶλλον εἶναι
τό ἀποτέλεσμά της καί μᾶλλον συναρτᾶται ἀδιάσπαστα μέ τό γεγονός, ὅτι δέν
μποροῦν νά γυρίσουν πιά πίσω οἱ ἀνώριμοι κοινωνικοί ὅροι, μέσα στούς
ὁποίους γεννήθηκε καί μονάχα μέσα στούς ὁποίους μποροῦσε νά γεννηθεῖ.
Παναγιώτη Κονδύλη ΟΜαρξ και η Αρχαία Ελλάδα
Το λεγόμενο Σατυρικό δράμα είναι είδος δραματικής ποίησης αποκλειστικά
ελληνικό που δημιουργήθηκε αλλά και καλλιεργήθηκε παράλληλα με τα άλλα δύο
είδη του δράματος, την Τραγωδία και την Κωμωδία.
[pic]
Πίνακας περιεχομένων
Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το όνομα του είδους αυτού προήλθε από τον χορό του δράματος αυτού που
αποτελείτο από υποδυόμενους Σατύρους των οποίων η ωμή φυσικότητα και η
αχαλίνωτη ευθυμία τους προσέδιδαν στο όλο δράμα ένα ιδιαίτερο
χαρακτηριστικό. Μπροστά το χορό των Σατύρων παρουσιάζονταν υποδυόμενοι
θεοί, ημίθεοι, και άρχοντες πόλεων με κυρίαρχη όμως εμφάνιση του Διονύσου
καθώς και άλλοι που σχετίζονταν μ΄ εκείνον όπως ο Ερμής, ο Ήφαιστος κ.λπ.
Από τους ημίθεους συχνά παρουσιάζονταν ο Ηρακλής, ο Θησέας, ο Οδυσσέας, ο
Προμηθέας, ο Σίσυφος κ.ά. Ενώπιον αυτών που έφεραν μεγαλοπρεπή περιβολή η
εμφάνιση των Σατύρων με τις προβιές και τα δερμάτινα ράκη δημιουργούσαν
στους θεατές μια αλλόκοτη και περισσότερο κωμική εντύπωση.
Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Στις αρχές της εμφάνισης της δραματικής ποίησης το σατυρικό δράμα
ταυτιζόταν με τη Τραγωδία της οποίας τον χορό, στο αρχικό στάδιο, την
αποτελούσαν μονίμως Σάτυροι. Όταν όμως η Τραγωδία άρχισε να εξελίσσεται με
περισσότερο βαρύ και σοβαρότερο χαρακτήρα στην εκλογή και διαπραγμάτευση
των θεμάτων της, τότε πρώτος ο Πρατίνας από την Φλειούντα άρχισε να
διαπλάθει το “εύθυμο δράμα” ως ιδιαίτερο είδος της ποίησης το οποίο και
ονομάσθηκε σατυρικό και με τη χαρακτηριστική μάλιστα κάπως ακόλαστη όρχηση
που ονομάζονταν “σίκιννις”. Από το γεγονός αυτό ο Πρατίνας θεωρείται ο
ουσιαστικός δημιουργός του είδους αυτού.
Αργότερα καθιερώθηκε ως έθιμο μετά από κάθε τριλογία τραγωδιών, ή μετά από
τρεις χωριστές τραγωδίες ν΄ ακολουθεί σατυρικό δράμα ως τρόπο ψυχαγωγίας,
εννοείται το τελευταίο έργο μιας δραματικής τετραλογίας, εκείνο που
ακολουθούσε μετά από τις τρεις τραγωδίες[1]. . Ειδικότερα στους ποιητικούς
δραματικούς αγώνες επιτρέπονταν οι ποιητές να μετέχουν με ένα μόνο σατυρικό
δράμα. Ένα κομμάτι από την μουσική υπόκρουση κάποιου σατυρικού δράματος,
πιθανώς απ’ τον «Μελέαγρο» του Ευριπίδη, έχει διασωθεί μέχρι τις μέρες
μας.[2]
Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Κύριο και καθοριστικό χαρακτηριστικό του ήταν ο χορός των Σατύρων, τους
οποίους οδηγούσε ο Σειληνός. Άλλα χαρακτηριστικά του ήταν η κωμική πλοκή,
το αίσιο τέλος, η ελεύθερη χρήση και συχνά η παρωδία μυθολογικών θεμάτων,
καθώς και η περιστασιακή παρωδία θεμάτων από τις τραγωδίες που είχαν
προηγηθεί, το εύθυμο ύφος, η μικρότερη έκταση (σε σχέση με την τραγωδία)
και η μεγαλύτερη χαλαρότητα στο μέτρο[3] και βεβαίως η χαρακτηριστική
όρχηση. Επίσης το δράμα δεν προοριζόταν για μια απλή απαγγελία αλλά για μία
παράσταση ενός συγκλονιστικού γεγονότος, που εξελισσόταν σαν ζωντανή
πραγματικότητα μπροστά στους θεατές.
Εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Εκείνος που συνέβαλε ιδιαίτερα, σύμφωνα με την παράδοση, στην εξέλιξη του
σατυρικού δράματος ήταν ο Πρατίνας από τον Φλειούντα της Αργολίδας (περ.
540-470 π.Χ.). Εκτός από τον Αισχύλο, επίσης ο Αχαιός (περ. 484-401 π.Χ.)
και ο Αριστίας, γιος του Πρατίνα, θεωρούνται επιτυχημένοι στη σύνθεση
σατυρικών δραμάτων, ελάχιστα όμως δείγματα του είδους έχουν σωθεί συνολικά.
Σώζονται αρκετοί στίχοι από τα έργα Δικτυουλκοί και Ισθμιασταί του
Αισχύλου, και πολύ περισσότεροι στίχοι από το έργο Ιχνευταί του Σοφοκλή.
Από τα σατυρικά δράματα ένα μόνον έργο έχει σωθεί πλήρες,
ο Κύκλωψ του Ευριπίδη και το θέμα του αντλείται από
την ομηρική Οδύσσεια[4].
Λειτουργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η ουσιαστική λειτουργία του σατυρικού δράματος ήταν να δημιουργήσει ένα
ελαφρύτερο κλίμα, μετά τη συσσώρευση της τραγικής έντασης από τις τρεις
προγενέστερες τραγωδίες. Εκτός όμως από τη συγκεκριμένη λειτουργία,
φαίνεται πως ο ρόλος του σατυρικού δράματος ήταν, επίσης, να επαναφέρει
στην ατμόσφαιρα των δραματικών αγώνων το πνεύμα
της διονυσιακής λατρείας[5].
καί μεταβάλλεται σέ μαχητική παγανιστική ἐγκοσμιολατρία, σέ ἀνεπιφύλακτη
κατάφαση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης σέ ὅλη τήν αἰσθητή της διάσταση καί ὑφή.
Αὐτή ἡ ἑρμηνεία τοῦ κλασσικοῦ ἰδεώδους κάνει κατανοητό τόν ἐνθουσιασμό, μέ
τόν ὁποῖο ὁ Marx ἐγκολπώνεται τήν ἴδια ἐκείνη περίπου ἐποχή τήν
ἀνθρωπολογία τοῦ Feuerbach, μέ ὅλή τήν ἔμφαση πού αὐτή δίνει στήν
σωματικότητα καί στήν ἁπτή ὑλικότητα τοῦ ὄντος «ἄνθρωπος».
Οι «Ιχνευτές» του Σοφοκλή δεν είναι σίγουρα από τα συνηθισμένα δράματα που
έχουν διασωθεί και παρασταθεί στις ορχήστρες των Θεάτρων. Και αυτή τη
μεγάλη διαφορά από τα άλλα καταγεγραμμένα θεατρικά της αρχαίας ελληνικής
γραμματείας δεν την κάνει απλώς και μόνο η κατάταξή του στο σατυρικό δράμα,
αυτό που με ρίζες στη Διονυσιακή λατρεία ξεκίνησε ως διθυραμβικός ύμνος,
για να εξελιχθεί στο τέταρτο έργο που συνόδευε τις τριλογίες τραγωδιών με
στόχο να αποφορτιστεί η ένταση από αυτές και να δημιουργηθεί η κατάλληλη
ατμόσφαιρα ψυχαγωγίας και γιορτής (η «παίζουσα τραγωδία» , η κεφάτη
τραγωδία όπως λέγεται).
Ένα κείμενο που ενσαρκώνει, πραγματώνει και δίνει διαστάσεις στη φύση και
στα πλάσματά της, στους ήχους της και τα θαύματά της, συμπαρασέρνοντας τον
θεατή σε ένα στροβιλισμό γεμάτο Ζωή και Ενέργεια, που καταλήγει σε έναν
κόσμο ονειρικό, σχεδόν παραδείσιο, στον κόσμο των Σατύρων
. Στον κόσμο της Ελευθερίας
. Μια θαυμάσια έμπνευση, η τοποθέτηση του «επουράνιου» Ερμή και των οργάνων
που εκτελούσαν τη μουσική της παράστασης σε ειδικές εξέδρες ψηλά επί του
κοίλου, που είχε όλη τη δυναμική να αναδείξει την ποιητική και κοσμογονική
διάσταση του δράματος,
Ένα ωραίο παραμύθι, είναι οι «Ιχνευτές» του Σοφοκλή, το σατυρικό δράμα που
πρόκειται να δούμε στην Επίδαυρο από τον Μιχαήλ Μαρμαρινό. Ένα σατυρικό
δράμα που έχει παραδοθεί σε μας με κενά και ελλείψεις στο κείμενο και που
την ιστορική του διαδρομή στα φιλολογικά και θεατρικά πεπραγμένα θα
επιχειρήσουμε να περπατήσουμε και να ανιχνεύσουμε.
Ήταν το 1907, όταν στις ακτές του Νείλου, στα ερείπια του Οξύρυγχου βρέθηκε
ο πάπυρος που περικλείει τους σωζόμενους στίχους του σατυρικού δράματος
«Ιχνευταί». Η ανασκαφή είχε ξεκινήσει το 1892 από
τους M.M.Erenfell και Huant, καθηγητές και οι δύο του Πανεπιστήμιου της
Οξφόρδης.
Φωτογραφία από τις ανασκαφές του Οξύρυγχου, που έφεραν στο φως τους
παπύρους με το σατυρικό δράμα του Σοφοκλή
Δεκαπέντε στήλες 26 ή 27 στίχων η κάθε μία , ένα σύνολο από 402 στίχους
αποτελούν αυτό το μοναδικό εύρημα, που βρέθηκε διαμελισμένο σε αμέτρητα
κομματάκια που χρειάστηκε γιγάντια υπομονή και επιδεξιότητα να
συναρμολογηθεί και να πάρει μια ολοκληρωμένη μορφή. Παρόλη την
υπερπροσπάθεια, οι στήλες εμφανίζουν μεγάλα κενά, δεξιά, αριστερά ή στη
μέση, τα λυρικά κομμάτια στο περιθώρια είναι σε άσχημη κατάσταση, οι λέξεις
είναι ενωμένες, και υπάρχουν άπειρα κενά. Κενά που ο Huant με γνώση, σοφία
και επιμονή οργάνωσε, διασαφήνισε και φώτισε κατά προσέγγιση, έχοντας στο
πλευρό του τον διακεκριμένο Βερολινέζο ελληνιστή Verich de Wilamovitz. Η
περιπέτεια των «Ιχνευτών» έχει μόλις αρχίσει, μιας και στο εξής πολλοί
θεωρητικοί θα ασχοληθούν με το κείμενο ώστε να μπορέσουμε να διεισδύσουμε
στην πλήρη κατανόηση του.
Η υπόθεση – η γέννηση της μουσικής και ένα βρέφος-γίγαντας
Ο Απόλλωνας έχει αναθέσει στους Ιχνευτές Σατύρους να βρουν τα χαμένα βόδια
του, με τη βοήθεια του Σειληνού, και με αντάλλαγμα χρυσάφι και την
ελευθερία τους. Ακολουθώντας τα ίχνη των ζώων, οι Ιχνευτές οδηγούνται σε
μια σπηλιά υπό τον ήχο της λύρας που έχει μόλις εφεύρει ο Ερμής.
Τελικά το 1991, με την επιμονή του Γιώργου Χατζηδάκη, οι Ιχνευτές παίρνουν
σκηνική σάρκα και οστά στην Ελλάδα. Σε μετάφραση και σκηνοθεσία του ίδιου,
το έργο συμπληρώνεται με ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, τη μουσική αναλαμβάνει
ο Κώστας Σπυρόπουλος (σε ενορχηστρώσεις του Σάκη Τσιλίκη),
Το 2010 ο Γιάγκος Ανδρεάδης μεταφράζει και διασκευάζει το έργο, το οποίο
ο Δήμος Αβδελιώδης το παρουσιάζει σε παράσταση η οποία είναι αποτέλεσμα
σεμιναρίου πάνω στο Σατυρικό Δράμα του Πάντειου Πανεπιστημίου και στην
οποία μετέχουν επαγγελματίες και ερασιτέχνες ηθοποιοί.
Η πρώτη σκηνική αναπαράσταση του έργου στην Ελλάδα έρχεται από έναν
ετερόδοξο μάλλον δρόμο. Είναι ο παράδοξος χορός των Σατύρων, που
ιντριγκάρει και εμπνέει τη χορογράφο Ζουζού Νικολούδη να συμπεριλάβει το
1973 χορικά αποσπάσματα σε μια παράσταση που περιέλάμβανε ως ενιαία σύνθεση
κομμάτια χορικών από τραγωδίες με τον γενικό τίτλο «Χορικά». Ο Χρήστος
Τσάγκας έπαιζε τον Σειληνό. Έκτοτε θα πάρει πολύ χρόνο και πολλές
αναζητήσεις και συζητήσεις για να ανεβεί το έργο για πρώτη φορά σε Ελληνική
ορχήστρα.
Ο ποιητής προχωράει ακόμα ένα βήμα μπροστά ολόκληρη την ανθρωπότητα,
μιλώντας για εργασία επ’ αμοιβή και απόδοση ελευθερίας στους Σατύρους. Κι
όλα αυτά σε μια εποχή που η εργασία ήταν συνώνυμη με τη δουλεία και τη
στέρηση ελευθερίας.
Καστράτος ονομαζόταν κατά το παρελθόν ο άνδρας ερμηνευτής
της εκκλησιαστικής μουσικής και της όπερας, ο οποίος είχε
υποστεί ευνουχισμό κατά την παιδική ηλικία, ώστε η φωνή του να διατηρήσει
την ικανότητα να αποδίδει πολύ υψηλές νότες. Ως όρος προέρχεται από
το λατινικό castratus που σημαίνει τον ευνουχισμένο – πάντως στην εποχή
τους αποκαλούνταν συνήθως με τον αφηρημένο ευφημισμό musico,
δηλαδή μουσικός.
Οι καστράτοι έχουν ταυτιστεί με τους πρωταγωνιστικούς ρόλους
της αναγεννησιακής και της μπαρόκ μουσικής, δηλ. μιας περιόδου που διήρκεσε
από το 16ο έως τα τέλη του 18ου αιώνα. Στη συνέχεια πέρασαν σε δεύτερη
μοίρα, εξαιτίας αλλαγών στις τεχνοτροπίες της όπερας και της ηθικής
απαξίωσης του ευνουχισμού. Ο τελευταίος καστράτος – Alessandro Moreschi-
πέθανε το 1922.
«Ιχνευταί» του Σοφοκλή στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, σε σκηνοθεσία Μιχαήλ
Μαρμαρινού
Ελάχιστο είναι το υλικό του σατυρικού δράματος που έχει διασωθεί ώστε να
μπορούμε να συνθέσουμε μια διαφωτιστική του εικόνα. «Εκείνο που μπορούμε να
πούμε», γράφει ο Τάσος Λιγνάδης, «είναι ότι στην αισχυλική τουλάχιστον φάση
του αποτελούσε φυσική συνέχεια της πλοκής της τραγικής τριλογίας. Όπου το
πρόσωπο του τραγικού πρωταγωνιστή δεν γινόταν κωμικό, αλλά υφίστατο μια
‘γκροτέσκα’ παραμόρφωση της σοβαρότητάς του».
Με την ανακάλυψη ενός μεγάλου αποσπάσματος των «Ιχνευτών» του Σοφοκλή το
1912, έχουμε τουλάχιστον μια εικόνα πιο σαφή της ώριμης φάσης του είδους. Ο
Σοφοκλής αντλεί το υλικό του από τον Ομηρικό «Ύμνο στον Ερμή», που ως θέμα
του έχει τη θαυματουργή γέννηση του «θεϊκού βρέφους» Ερμή, την κλοπή από
αυτόν των κοπαδιών του Απόλλωνα και την τελική «Δίκη» του από τον ίδιο τον
Δία, μπροστά στον οποίο τον έχει «σύρει» ο Απόλλων, που, όμως, δεν έχει ως
αποτέλεσμα την τιμωρία του αλλά, αντιθέτως, την πανηγυρική εγκατάστασή του
στον Όλυμπο επειδή το τέχνασμά του διασκέδασε τον πατέρα των Θεών! Η
Γαλλίδα Λωράνς Καν, σε μια ενδιαφέρουσα μελέτη της, ερμηνεύει με αυτόν τον
τρόπο το έργο του Σοφοκλή.
Στην πολύ ωραία, έμμετρη, ομοιοκατάληκτη μετάφραση – απόδοση του κειμένου
από τον Εμμανουήλ Δαυίδ (1933), που ακολουθεί την ανάπλαση του Γερμανού
Carl Robert, επικεντρωμένη στο επεισόδιο της εφεύρεσης της μουσικής από τον
Ερμή και της «προσφοράς» της στον Απόλλωνα, παρακολουθήσαμε τους «Ιχνευτές»
στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Μια εμπνευσμένη, εξαιρετικά δουλεμένη σε
όλες τις λεπτομέρειες, με έντονο ορχηστρικό και μουσικό στοιχείο παράσταση,
σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού. Μια πρόταση «διονυσιακά» επεξεργασμένη,
τέλεια «κουρδισμένη», «μελισμένη» με εξαιρετική μουσική (Billy Bultheel)
και ήχους (Κώστας Μπώκος), με αποκαλυπτικούς φωτισμούς (Ελευθερία Ντεκώ),
με λιτότατο χρηστικό σκηνικό και εύγλωττα κοστούμια (Γιώργος Σαπουντζής).
Και, ιδίως, με τη χαρισματική κίνηση – χορογραφία του Τάσου Καραχάλιου, που
αποτελεί ένα οργανικό στοιχείο της σκηνοθεσίας. Ακόμη, με το ζωντανό
κουαρτέτο των άριστων μουσικών εκτελεστών επί σκηνής, Μενέλαου Μωραΐτη,
Δημήτρη Αλεξανδράκη, Σπύρου Βεργή και Λεωνίδα Παλαμιώτη.
Στην παράσταση του Μαρμαρινού στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, οι
«Ιχνευτές» λειτουργούν άψογα ως ένα πλήρες έργο, με το «νερό» του λόγου να
κυλάει μουσικά στο αυλάκι, ενώ ο χορός των Σατύρων λειτουργεί παράλληλα
θεατρικότατα, «γράφοντας» θαυμαστά σωματικά σύνολα – σχήματα αρμονίας στον
αέρα. Με κυρίαρχη, ιδίως, τη λυρική – επική φωνή του Σιληνού – Κραουνάκη,
να καλύπτει ολόκληρο τον ιδεατό θόλο του αρχαίου θεάτρου, κάτι σπάνιο πια.
Μια συλλογική δουλειά, με κατάθεση ψυχής και πρωτογενή συγκίνηση όλων των
συντελεστών της. Σαν κοντινοί, «δικοί μας», συγγενείς μας, δίνονται όλοι οι
ρόλοι: Ο Χάρης Φραγκούλης είναι ένας ώριμος «χαμένος» κυρ-Απόλλων στην
παλιά και νέα μας γειτονιά των Θεών, που ολοένα χτίζουμε και γκρεμίζουμε. Η
Αμαλία Μουτούση μια πολύτιμη, θετή, καλόκαρδη, αγαθή κυρά – γειτόνισσα,
πρόθυμη παραμάνα του αιωνίως παρατημένου θείου βρέφους. Ο Κραουνάκης, όπως
είπαμε, ένας γείτονας κυρ-θεός με τα όλα του και ο νεοεμφανιζόμενος Steve
Catona ένας νεοκλασικός Ερμής από γλυπτό του Κανόβα. Από τον άρτιο δεκαμελή
χορό, επισημαίνω τις αδρές παρουσίες του Τάσου Καραχάλιου, της Ηλέκτρας
Νικολούζου και της Θεοδώρας Τζήμου, μαζί με τους πολύ καλούς Λάμπρο
Γραμματικό, Adrian Frieling, Αλεξάνδρα Καζάζου, Χρήστο Κραγιόπουλο, Άγγελο
Νεράντζη, Μάνο Πετράκη και Ανδρομάχη Φουντουλίδου. Επιστημονικός σύμβουλος
της παράστασης ο Σταύρος Τσιτσιρίδης.
Κριτική
«Ένα μικρό θαύμα»: Κριτική για τους «Ιχνευτές» από τον Μιχαήλ Μαρμαρινό
«Ένα μικρό θαύμα από ένα παραμύθι για κάτι βόδια που κλάπηκαν και ένα παιδί
που έφτιαξε λύρα από καύκαλο χελώνας»: Κριτική για την παράσταση του Μιχαήλ
Μαρμαρινού, μεταφορά του σατυρικού δράματος του Σοφοκλή, που ανέβηκε στο
αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.
Ματίνα Καλτάκη
28.7.2021 | 12:19
66
0
Xωρίς άλλες παραστάσεις των «Ιχνευτών» του Σοφοκλή στο παρελθόν, που να
λειτουργούν ως αναφορά, βαρίδι από μνήμες και όριο, και με δεδομένα τα
ιδιαίτερα, σημαίνοντα χαρακτηριστικά τού κατά το ήμισυ διασωθέντος
σατυρικού δράματος του Σοφοκλή, η παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού στο
αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ήταν κάτι σαν άσκηση ελευθερίας τόσο για τους
καλλιτέχνες όσο και για το κοινό.
Οι «Ιχνευτές» του άφησαν μία εντελώς διαφορετική επίγευση από τις συνήθεις
των επιδαύριων παραστάσεων – τη σπάνια χαρά μιας απροσδόκητης ανακάλυψης.
Aπροσδόκητη ανακάλυψη ήταν και για τους Άγγλους αρχαιολόγους Β. Ρ. Grenfell
και Α. S. Hunt τα χιλιάδες κομμάτια παπύρων σε μισοθαμμένους τύμβους,
σχηματισμένους από απόθεση σκουπιδιών, που εντόπισαν κατά τις ανασκαφές
τους (1895-1907) στην Οξύρυγχο, 200 χλμ. νοτίως του Καΐρου. Ψάχνοντας τα
αρχαία απορρίμματα έφεραν στο φως πολλά χαμένα έως τότε κείμενα, όπως
κάποιες κωμωδίες του Μενάνδρου που βρέθηκαν ολόκληρες, ή μικρά και
μεγαλύτερα αποσπάσματα απ’ όλο το φάσμα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.
Κειμενικούς θησαυρούς, λογοτεχνικούς ή αρχειακού ενδιαφέροντος (3ος π.Χ.
αι. – 7ος μ.Χ. αι.), οι αρχαιολόγοι εντόπισαν και μέσα σε τάφους, καθώς για
να προστατεύσουν τις μούμιες οι Αιγύπτιοι τις «περιτύλιγαν» με στρώσεις από
μεγάλες ποσότητες άχρηστων χειρογράφων από πάπυρο, που κολλούσαν το ένα
πάνω στο άλλο.
Οι «Ιχνευτές» έχουν κάτι επιπλέον δελεαστικό: ένα έργο που εξελίσσεται
εκτός ιστορικού χρόνου, με ήρωες θεούς και πλάσματα δαιμονικά –πουθενά
άνθρωπος, πουθενά η συνείδηση και η ηθική του, αφανέρωτες και οι τέχνες
του– δικαιολογεί ακόμη και ακραίες επιλογές. Τις απέφυγε. Σεβάστηκε το
μέτρο που ορίζει το ίδιο το θέατρο της Επιδαύρου, αρχαίο απομεινάρι κι
αυτό, εκτός άστεως και με τη φύση ολόγυρα να ανακαλεί αρκαδικά ειδύλλια και
γιορτές σατύρων.
Οι τύμβοι των σκουπιδιών που κρύβουν θησαυρούς από παλιές εποχές φέρνουν
αμέσως στον νου τον Άγγελο της Ιστορίας του Βάλτερ Μπένγιαμιν, ο οποίος δεν
αντιμετωπίζει τα απτά απομεινάρια με ιστοριογραφικό ενδιαφέρον αλλά σαν
μεταφορά για την πρόοδο ως παράγωγο καταστροφής.
Ο Σταμάτης Κραουνάκης είναι έξοχος Σιληνός, με σκηνική στιβαρότητα και
κωμική χάρη, ιδανικά δεμένος με το σύνολο. Φωτ.: Πάτροκλος Σκαφίδας
Μέσα από τον θάνατο και την καταστροφή, ανάμεσα στα πολυάριθμα αποσπάσματα
από αρχαία κείμενα, ήρθαν στο φως, ξαναγεννήθηκαν οι «Ιχνευταί», το
σατυρικό δράμα του Σοφοκλή. Μαζί με τον «Κύκλωπα» του Ευριπίδη, που
διασώθηκε πλήρης, οι 400 στίχοι των «Ιχνευτών» (περίπου το μισό έργο) είναι
μόλις το δεύτερο ικανό τεκμήριο γι’ αυτή την ειδική κατηγορία έργων, με τα
οποία έκλειναν οι τριλογίες των τραγωδιών στους αρχαίους δραματικούς
αγώνες.
Μικρότερα σε έκταση από τις τραγωδίες, τη δομή των οποίων ακολουθούσαν, με
Χορό Σατύρων/Σιληνών, των γνωστών ακολούθων του Διονύσου, και με υποθέσεις
από τον μυθοποιημένο βίο του, τα σατυρικά δράματα αποφόρτιζαν το κοινό από
την ένταση και τον «φόβο» της τραγωδίας.
ΘΕΑΤΡΟ
Σφοδρή απογοήτευση: Κριτική για τον «Ορέστη» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία
Γιάννη Κακλέα
22.07.2021
Ταυτόχρονα απέδιδαν τιμή στον γεννήτορα της σκηνικής τέχνης Διόνυσο. Το
τίμημα του «πολιτισμού» υπήρξε βαρύ, το πρωτόγονο απωθήθηκε αλλά δεν
εξαφανίστηκε. Τα σατυρικά δράματα μετέφεραν τους θεατές στην παιδική ηλικία
της ανθρωπότητας, στην αθωότητα που έχασαν, στην ελευθερία της φύσης και
των ενστίκτων, πέραν του Νόμου και των κοινωνικών συμβάσεων.
Οι σάτυροι στην σκηνή του θεάτρου ανακαλούν τη διονυσιακή αφετηρία,
καταδεικνύοντας όμως ταυτόχρονα την ανάγκη της απολλώνιας επιλογής. Ο
ρυθμός του πρωτόγονου πρέπει να βρει τη μελωδία αυτού που έφτιαξε τη λύρα,
για να γίνει η μουσική. Αυτό συμβαίνει στους «Ιχνευτές».
Η ιστορία εξελίσσεται στον παράδεισο της μυθικής Αρκαδίας, στο όρος
Κυλλήνη. Απελπισμένος ο Απόλλων ψάχνει τα βόδια του τάζοντας σ’ όποιον
ξέρει κάτι, χρυσό στεφάνι. Εμφανίζεται ο Σιληνός και του υπόσχεται ότι τα
παιδιά του, οι σάτυροι, θα βρουν το χαμένο κοπάδι. Οι σάτυροι θα βρουν ίχνη
του αλλά κάτι μυστήριοι ήχοι, που δεν έχουν ξανακούσει, τους προκαλούν
τρόμο.
Οι φωνές και η φασαρία που κάνουν ενοχλούν την Κυλλήνη, τη νύμφη του
βουνού, η οποία σύντομα τους αποκαλύπτει ότι τον γλυκό ήχο βγάζει η λύρα,
που έφτιαξε ο Ερμής από καύκαλο χελώνας, δέρμα και αρνίσια εντεράκια για
χορδές. Η Κυλλήνη δεν το παραδέχεται αλλά ο νόθος γιος του Δία και της
Μαίας, αν και μόλις έξι ημερών, έκλεψε τα βόδια του Απόλλωνα.
Η Αμαλία Μουτούση πλάθει μια θαυμάσια κωμική περσόνα για τον ρόλο της
Κυλλήνης, της νύμφης που ανατρέφει το νόθο του Δία, τον Ερμή, το παιδί που
θα βρει και θα «φτιάξει» μουσική. Φωτ.: Θωμάς Δασκαλάκης
Το απόσπασμα που βρέθηκε στην Οξύρυγχο τελειώνει στο σημείο αυτό. Τι συνέβη
στη συνέχεια του μύθου γνωρίζουμε από τον ομηρικό Ύμνο στον Ερμή, που
χρησιμοποίησε για την ανασύνθεση των «Ιχνευτών» ο Γερμανός φιλόλογος Carl
Robert: ο Απόλλων θα γοητευθεί τόσο από τη λύρα που παίζει ο Ερμής, που θα
του προτείνει να του δώσει τη λύρα και να κρατήσει τα βόδια.
Στη συμπλήρωσή του Robert τα δύο αδέλφια ανεβαίνουν στον Όλυμπο, ο Σιληνός
κρατά το χρυσό στεφάνι και οι σάτυροι κερδίζουν την ελευθερία τους. Μ’ έναν
μαγικό τρόπο ο Μαρμαρινός παραδίδει ένα σχεδόν άγνωστο κείμενο στην προσοχή
μας, με τη σημείωση ότι οι «Ιχνευτές» είναι κάτι περισσότερο από την
παραμυθιακή πλοκή του.
Κι άλλες παραστάσεις του Μιχαήλ Μαρμαρινού μαρτυρούν αγάπη για τις
ανασκαφές, για τη σχέση μας με την Ιστορία, για μαρτυρίες και αποσπάσματα
ως ψηφίδες μίας διαρκώς διαφεύγουσας εικόνας/πραγματικότητας. Διόλου τυχαία
επέλεξε μια απόδοση των «Ιχνευτών» του 1933 από τον Εμμανουήλ Δαυίδ
(έγκριτο φιλόλογο του Μεσοπολέμου, του κύκλου του Ιωάννη Συκουτρή).
Για το ελλείπον μισό των «Ιχνευτών» ο Δαυίδ υιοθέτησε τη διασκευή του
Robert – η οποία πράγματι οδηγεί το σατυρικό δράμα όμορφα στο τέλος του.
Προφανώς γοητευμένος από την έμμετρη ομοιοκατάληκτη απόδοσή του σε μια
γλώσσα γεμάτη ζωή, χρώματα, ρυθμό, ο σκηνοθέτης την έδωσε στους ηθοποιούς
του να τη μιλήσουν, να ακουστεί σ’ έναν χώρο εκτός του άστεως, εκεί που το
σατυρικό δράμα μπορεί να εννοηθεί στην ουσία του, στο θέατρο της Επιδαύρου.
Ο Ερμής του Steve Katona τονίζει τη σημασία της στιγμής, πριν και μετά τον
πολιτισμό (πριν και μετά την μουσική), με την αγγελική παρουσία του και την
ιδιότυπη φωνή του κόντρα τενόρου. Φωτ.: Πάτροκλος Σκαφίδας
Υποθέτω ότι το γεγονός της απώλειας του μισού έργου παρείχε στον Μαρμαρινό
το ποσοστό ελευθερίας που μοιάζει να έχει ανάγκη όταν δημιουργεί τις
παραστάσεις του. Οι «Ιχνευτές» έχουν κάτι επιπλέον δελεαστικό: ένα έργο που
εξελίσσεται εκτός ιστορικού χρόνου, με ήρωες θεούς και πλάσματα δαιμονικά
–πουθενά άνθρωπος, πουθενά η συνείδηση και η ηθική του, αφανέρωτες και οι
τέχνες του– δικαιολογεί ακόμη και ακραίες επιλογές.
Τις απέφυγε. Σεβάστηκε το μέτρο που ορίζει το ίδιο το θέατρο της Επιδαύρου,
αρχαίο απομεινάρι κι αυτό, εκτός άστεως και με τη φύση ολόγυρα να ανακαλεί
αρκαδικά ειδύλλια και γιορτές σατύρων.
ΘΕΑΤΡΟ
«Ιχνευταί»: Το μόνο διασωθέν σατυρικό δράμα του Σοφοκλή ανεβαίνει στην
Επίδαυρο
21.07.2021
Ίσως γι’ αυτό αφέθηκε σ’ ό,τι το έργο λέει, σημαίνει, αποκρύβει, χωρίς
άλλες επεμβάσεις ή προσθήκες. Εμπιστεύτηκε τους ηθοποιούς του έχοντας
ωστόσο μια ιδέα έξοχη: ανέθεσε στον Billy Bultheel, έναν νεαρό συνθέτη από
το Βέλγιο που δουλεύει κυρίως στο Βερολίνο, να γράψει τη μουσική. Με
ειδικότητα στη μουσική μπαρόκ, ο συνθέτης (μαζί με τον σκηνοθέτη;) επέλεξε
τον κόντρα τενόρο Steve Katona για τον ρόλο του Ερμή και τέσσερα χάλκινα
πνευστά (δύο τούμπες και δύο ευφώνια) για να δημιουργήσουν το πρωτάκουστο
«πράγμα» που βρήκε ο Ερμής, τη μουσική.
Έτσι δύο κόσμοι δημιουργούνται: ο πρωτόγονος/διονυσιακός (πριν από την
εύρεση της μουσικής), που συνθέτουν οι ηθοποιοί, και ο
πολιτισμένος/απολλώνειος, που εκπροσωπούν ο λυρικός τραγουδιστής και οι
μουσικοί.
Ο Σταμάτης Κραουνάκης είναι έξοχος Σιληνός, με σκηνική στιβαρότητα και
κωμική χάρη, ιδανικά δεμένος με το σύνολο. Γύρω του ο Χορός των Σατύρων
(Λάμπρος Γραμματικός, Adrian Frieling, Αλεξάνδρα Καζάζου, Χρήστος
Κραγιόπουλος, Άγγελος Νεράντζης, Ηλέκτρα Νικολούζου, Μάνος Πετράκης,
Θεοδώρα Τζήμου, Ανδρομάχη Φουντουλίδου) αποτελούσαν ένα καλοδουλεμένο,
πολύμορφο σώμα «πρωτόγονων», η κίνηση των οποίων ανακαλούσε τις αλογόμορφες
ή τραγόμορφες φιγούρες των σατύρων. Πολύ καλή η δουλειά του Τάσου
Καραχάλιου στην κίνηση και την χορογραφία.
Ο Χάρης Φραγκούλης αναπάντεχος, νευρωτικός Απόλλων, που στην αρχή μόνο με
τα βόδια του ασχολείται και στο τέλος μαγεύεται από τη μουσική.
Εξαιρετικός. Φωτ.: Θωμάς Δασκαλάκης
Η Αμαλία Μουτούση πλάθει μια θαυμάσια κωμική περσόνα για τον ρόλο της
Κυλλήνης, της νύμφης που ανατρέφει το νόθο του Δία, τον Ερμή, το παιδί που
θα βρει και θα «φτιάξει» μουσική. Και ο Χάρης Φραγκούλης αναπάντεχος,
νευρωτικός Απόλλων, που στην αρχή μόνο με τα βόδια του ασχολείται και στο
τέλος μαγεύεται από τη μουσική. Εξαιρετικός.
Οι σχέσεις και οι αντιθέσεις των προσώπων της ιστορίας έχουν κάτι το βαθιά
ποιητικό – είναι μια στιγμή ανακάλυψης, της μουσικής, και μετάβασης σ’ ένα
ανώτερο διανοητικό επίπεδο. Αυτό ακριβώς πέτυχε ο Μιχαήλς Μαρμαρινός με τη
μουσική της παράστασης: τοποθετημένοι σε πλατφόρμες, ισομετρικά στο πάνω
διάζωμα, οι μουσικοί με τις τούμπες και τα ευφώνια έβγαζαν βαθείς ήχους
διαμορφωνοντας ένα επιβλητικό ηχοτοπίο πολύ ταιριαστό με το ήθος της
ιστορίας γιατί καθιστούσε ηχητικά ορατή την ετερότητα των δύο κόσμων, του
διονυσιακού των ηθοποιών και του απολλώνειου των μουσικών.
Πιο πάνω, στο κέντρο, ο Ερμής του Steve Katona (από το Βιετνάμ, ζει στο
Βερολίνο) τονίζει τη σημασία της στιγμής, πριν και μετά τον πολιτισμό (πριν
και μετά τη μουσική), με την αγγελική παρουσία του και την ιδιότυπη φωνή
του κόντρα τενόρου.
Από τις πιο ωραίες στιγμές της παράστασης είναι όταν μουσικοί και
τραγουδιστής κατεβαίνουν από το άνω διάζωμα στη σκηνή για το φινάλε. Ναι,
στο θέατρο το απολλώνειο μπορεί να συναντηθεί με το διονυσιακό, οι θεοί να
πάρουν τον δρόμο για τον Όλυμπο και οι σάτυροι ν’ αγαπηθούν με τις νύμφες
στα λιβάδια. Να δημιουργηθεί ένας κόσμος πλήρης εντέλει. Ένα μικρό θαύμα
από ένα παραμύθι για κάτι βόδια που κλάπηκαν και ένα παιδί που έφτιαξε λύρα
από καύκαλο χελώνας. Ανάσα, τα πεύκα στο βάθος, ευγνωμοσύνη.
Ο Χορός των Σατύρων αποτελούσαν ένα καλοδουλεμένο, πολύμορφο σώμα
«πρωτόγονων», η κίνηση των οποίων ανακαλούσε τις αλογόμορφες ή τραγόμορφες
φιγούρες των σατύρων. Φωτ.: Θωμάς Δασκαλάκης