«ΛΟΥΛΟΥ» του Βέντεκιντ, σε μετάφραση Μαργαρίτας Δαλαμάγκα – Καλογήρου,
Σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ στο «Θέατρο Αγγέλων Βήμα»
Ο Βέντεκιντ άρχισε τη θεατρική σταδιοδρομία του το 1890, με το
εικονοκλαστικό και αισθησιακό έργο του «Το Ξύπνημα της Νιότης», όπου
περιγράφει τις ερωτικές ανησυχίες της νεότητας σ’ ένα οικοτροφείο θηλέων.
Το πιο αξιόλογο έργο του Βέντεκιντ, «Το Ξύπνημα της Άνοιξης» (Fruehling
Erwachen, 1891) έχει ως θέμα και πάλι το σεξουαλικό ξύπνημα στα χρόνια της
εφηβείας και προαναγγέλλει τις ψυχαναλυτικές ιδέες του Σίγκμουντ Φρόυντ στο
θέατρο.
Για τη «Λούλου», γραμμένη το 1895, έχουν γραφτεί πολλά. «Γεννήθηκε από την
απογοήτευση του συγγραφέα να βρει το νήμα στις ταραγμένες σχέσεις του με το
άλλο φύλλο; Εκπροσωπεί το πρωτόγονο ένστικτο, τον πόθο, τη σάρκα, και ως εκ
τούτου τη ματαίωση και τη καταστροφή; Είναι η ανταρσία της λίμπιντο ή ένας
αμείλικτος θηλυκός νόμος που αναζητά εκδίκηση σε μια ανδροκρατούμενη
κοινωνία; Αντίθετη στις προηγούμενες εκδοχές βρίσκεται η άποψη ότι η Λούλου
είναι ένα έργο ύμνος στη σεξουαλική απελευθέρωση. Στην πρεμιέρα της
παράστασης το 1905 στη Βιέννη, ο σκηνοθέτης Karl Kraus χαρακτηρίζει τη
Λούλου, ως “κυκεώνα θηλυκότητας, ως λαβύρινθο που μέσα του ο άνδρας χάνει
τον έλεγχο των αισθήσεών του”. Τότε ο άτυχος αυτός άνδρας της απαντά με
σκληρότητα, την πληρώνει βάναυσα για τη δική του επιπολαιότητα. Μήπως
λοιπόν ο Wenekind, θιασώτης της ερωτικής απελευθέρωσης, καλεί τη γυναίκα σε
σεξουαλική επανάσταση, διεκδικώντας το δικαίωμα αυτοδιάθεσης στο ίδιο της
το κορμί; Ο Volker βλέπει τη Λούλου στο φως των κοινωνικοπολιτικών ζυμώσεων
της εποχής, ειδικότερα των οικονομικών και ταξικών περιορισμών στον έρωτα
και τη ζωή, τη σημασία των οποίων είχε επισημάνει ο Engels. Μόνο όταν ο
έρωτας απελευθερωθεί από οικονομικές συνθήκες”, σύμφωνα με τις διακηρύξεις
του, “θα βρεθεί το νόημα της ζωής στην εμπειρία της αγάπης”. Έτσι η
σεξουαλική δύναμη της Λούλου είναι το μόνο της εφόδιο για κοινωνική
αυτοσυντήρηση. Οι ασφυκτικά περιορισμένες δομές της αστικής κοινωνίας δεν
επιτρέπουν την αναζήτηση μιας γεμάτης ζωής.
Από τότε βέβαια, ήτοι το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αι., έχουν
μεσολαβήσει πολλά. Όμως το σκοτεινό μυστήριο, αυτή η «τραγωδία τεράτων» που
σε κάνει να ξαναβυθιστείς στα όρια του ενστίκτου, του έρωτα και του
θανάτου, συνεχίζει να κεντρίζει και σήμερα κοινό και καλλιτέχνες.
Επηρεασμένη προσωπικά από την προ εικοσαετίας σχεδόν παράσταση του Γιώργου
Μχαηλίδη με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στο ρόλο της Λούλου αλλά και κείνη
του 1998-1999 του ίδιου, με τον κεντρικό ρόλο να τον μοιράζονται πέντε
νεαρές ηθοποιοί και έναν θαυμάσιο Γιώργο Μαρίνο ως Κομπέρ, προσήλθα στην
παράσταση του «Αγγέλων Βήμα», έτοιμη να νιώσω το δέος και τη συγκίνηση μέσα
από νέα υλικά και προσεγγίσεις.
Παρά την εμπειρία του Νίκου Αλεξίου και την όμορφη αθωότητα της Ευτυχίας
Γιακουμή (Λούλου), δεν διέκρινα στη σκηνοθεσία εκείνον τον πυρετό των
αισθημάτων και βλεμμάτων που θα με έκανε να ισορροπήσω στο τεντωμένο σκοινί
μεταξύ της ανηθικότητας και της αθωότητας που υπονοεί το κείμενο. Δεν
ένιωσα δηλαδή τον ακροβάτη του τσίρκου της ζωής.