ΜΙΑ ΜΟΝΙΜΗ ΑΠΟΙΚΙΑ09

Κριστόφ Μαρτάλερ και Αννας Βίμπροκ «Μια μόνιμη αποικία», στην Πειραιώς 260
στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών

Με αυτόν τον ποιητή του θεάτρου γνωριστήκαμε μόλις το 2007,
αντιμετωπίζοντας για πρώτη φορά τα παράξενα μουσικοθεατρικά του κολάζ που
όπως μάθαμε γοήτευαν το γερμανόφωνο κοινό από την δεκαετία του 1990. Ηταν
«Η φρουτόμυγα» που μας που μας έφερε σε επαφή με έναν κώδικα θεατρικού
αυτοσχεδιασμού που ανέτρεπε τουλάχιστον το θεατρικό χρόνο ή ό,τι είχαμε ήδη
αποδεχθεί ως θεατρική σύμβαση.
Παρ’ ότι ο ίδιος αποποιείται για τον εαυτόν του τον όρο «πολιτικός
σκηνοθέτης», η δουλειά του αποτελεί πάντα ένα πολιτικό και συνάμα ιστορικό
και κοινωνικό σχόλιο και μάλιστα χωρίς περιστροφές.
Η «Μόνιμη αποικία» του δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο μεγενθυτικός φακός και
ο μαγικός καθρέφτης μιας βαθειάς κοινωνικής και ψυχικής κρίσης του
σύγχρονου δυτικοευρωπαίου πολίτη, κρίσης που προηγείται ή προοιωνίζει την
κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η πλήρης ενσωμάτωση των πολιτών στον καταναλωτισμό τους καθιστά συνένοχους
στο παιγνίδι των Τραπεζών, θύτες και θύματα συνάμα, έχοντας αποδεχθεί ηθικά
και πολιτισμικά το ιδεολόγημα του νεοφιλελευθερισμού «αν δεν πάρω τα
μπόνους μου και την αποζημίωσή μου, θα καταρρεύσουν όλα».
Κοιμισμένοι στην ασφυκτική και δανεική πολυτέλεια του μεσοαστισμού τους θα
ξυπνήσουν σ’ένα στρατόπεδο φτωχών – «Ινστιτούτο ζυμωτικής αντίδρασης», το
ονομάζει ειρωνικά ο σκηνοθέτης και εκεί ακόμα θα αναπαράγουν τα στερεότυπά
τους. Αποδεχόμενοι έως τέλους, έως τελικής ένδειας τους ρόλους τους,
αποδεχόμενοι ιεραρχίες, παρακολουθήσεις, δωροδοκίες, ρουφιανιές. Τα
καταναλωτικά τους αγαθά και η προστασία τους είναι γι αυτους modus vivedi
και απόλυτη θρησκεία.
Κι όλα αυτά μέσα από έναν τόσο λεπτομερή ρεαλισμό που τον υπερβαίνει
απόλυτα, δείχνοντας το παράλογο της κοινωνικής μας συγκρότησης.
Θεατρική φόρμα σχετικά στριφνή όπου ο αυτοσχεδιασμός σαρκάζει το κοινότοπο,
η εξέλιξη ακολουθεί τον αργό χρόνο ενός στιγμιότυπου του πραγματικού,
φράσεις της καθημερινότητας ανταλλάσσονται έως γελοιότητας και ένα μείγμα
λαϊκών τραγουδιών, ποπ κουλτούρας (το Stayin Alive των BeeGees γίνεται
θούριος στο στόμα των μεσοαστών) ακόμα και κλασσικών κομματιών, δημιουργούν
την αίσθηση της τραγικής παρωδίας της ύπαρξης.
Μπορεί βέβαια να μην έχουμε έναν Μπρεχτ που θεατροποίησε την κρίση του
μεσοπολέμου χρησιμοποιώντας λαϊκους κώδικες και ιστορίες, έχουμε όμως έναν
διανοούμενο του θεάτρου που μας επιβάλλει να σκεφτούμε.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ