«Μια μέρα, όπως κάθε μέρα» της Λένας Κιτσοπούλου στο «Θέατρο Τέχνης»
(Φρυνίχου)
Η Λένα Κιτσοπούλου έχει κατορθώσει τα τελευταία χρόνια να αποτελεί «εθισμό»
για το θεατρόφιλο εναλλακτικό κοινό της πρωτεύουσας, ένα «must” που χωνεύει
θετικά και αρνητικά σχόλια, αντιδράσεις και επαίνους, κατάλληλα για
συζήτηση στο πιο κοντινό μπαρ μετά την παράσταση, με ένα ποτήρι μπύρα κατά
προτίμηση και όχι τρώγοντας πίτσα.
Το νέο της έργο, εξόφθαλμα αναγγελλόμενο ως «μη έργο» που η ελλειπτικότητα
των διαλόγων του συμπληρώνεται απαραίτητα με μια δήθεν «μη ερμηνεία» των
ηθοποιών, καταπιάνεται με την μικροαστική βύθιση σε μια ανούσια
καθημερινότητα που σκοτώνει το χρόνο της μιλώντας στο κινητό ή ελέγχοντας
τα μέιλ, χρησιμοποιώντας την επίφαση επικοινωνίας μεταξύ δύο φίλων (επί
σκηνής η ίδια και ο Γιάννης Φορτσάκης) που κάθονται σε ένα μίνιμαλ
σαλόνι, ενός διαμερίσματος μιας σύγχρονης πόλης. Λόγια ανούσια, βαρεμάρα
και τα γνωστά κλισέ αδιάφορων ανθρώπων που συνυπάρχουν στην ουσία για να
ξορκίσουν το φόβο του θανάτου, το φόβο τους να νοηματοδοτήσουν την ίδια
τους την ύπαρξη.
Η ανούσια φλυαρία περί ανέμων και υδάτων διακόπτεται από εκρήξεις
φαινομενικά αναίτιου θυμού, νευρωτικά ξεσπάσματα και τέλος αλόγιστη κωμική
σπλάτερ βία με μπόλικο αίμα (όπως άλλωστε είναι αναμενόμενο από την
συγκεκριμένη συγγραφέα).
Με αυτά τα υλικά στο μπλέντερ της δραματουργίας της, η Κιτσοπούλου
καταφέρνει στο μεγαλύτερο μέρος του έργου να δίνει ρυθμό και τέμπο στην
εναλλαγή άχρωμου και άοσμου καθημερινού λόγου με απότομα cut από βίαια
ξεσπάσματα μεταφέροντας την αίσθηση που ήθελε να δώσει.
Όπως όμως συνηθίζει, το έργο προς το τέλος ξεχειλώνει, αντικαθιστώντας τη
όποια θεατρική φόρμα και το μέτρο που την ακολουθεί, με ένα παραλήρημα
δικό της με το οποίο υποτίθεται ότι αυτοσαρκάζεται ως προς την ίδια της την
τέχνη και την παρουσία της επί σκηνής.
Είναι σαν να έχεις 30 και να τραβάς φύλλο. Τις περισσότερες φορές δε
φέρνεις τριανταμία αλλά καίγεσαι.
Η αλήθεια είναι πως για τη ματαιότητα της ύπαρξης μπορεί να είσαι ο Μπέκετ
και να γράφεις το «Ω! οι Ευτυχισμένες μέρες» με μια Γουίνι να βυθίζεται
στον χωματένιο λόφο της, ή η Λένα Κιτσοπούλου το «Μια μέρα…» με την ίδια
να βουλιάζει στον καναπέ της.
Διαλέγετε και παίρνετε.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ