Ο Βυσσινόκηπος του Τσέχωφ σε Σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη στο Θέατρο του Ν.
Κόσμου
Ένα έργο από τα κλασικά της παγκόσμιας δραματουργίας που γράφτηκε το 1903
και που ο συγγραφέας θεωρούσε κωμωδία αλλά σκηνοθετήθηκε από τον
Στανισλάφσκι ως δράμα απογοητεύοντάς τον, ανέβηκε από τον Παντελή Δεντάκη
σχεδόν «οπερετικά», προσδίδοντας στους χαρακτήρες του κωμικοτραγικά
στοιχεία, θέλοντας να γεφυρώσει την προαναφερόμενη διάσταση απόψεων.
Το έργο επιβεβαιώνει ακόμα την σπαραχτική του επικαιρότητα όπως άλλωστε
όλα τα μεγάλα έργα.
Ένας πανέμορφος βυσσινόκηπος πρόκειται να χαθεί γιατί πια δεν είναι
αποδοτικός. Μαζί του χάνεται και ένας ολόκληρος κόσμος, μια ολόκληρη μια
εποχή.
Εργο για μια κοινωνία σε μετάβαση που περιλαμβάνει όλες τις «εμμονές» του
Τσέχωφ. Σκηνές άφιξης και αναχώρησης, τη δραματική αίσθηση της απώλειας και
του ανικανοποίητου.
Ανθρωποι παγιδευμένοι στο χωροχρόνο τους που κινούνται σαν υπνωτισμένοι και
δεν μπορούν να καθορίσουν τη μοίρα τους.
Κι αν έχει γραφτεί ότι ο Τσέχωφ προοικονομεί την επανάσταση του 1905 και
αργότερα αυτή του 1917, σίγουρα όμως ανατέμνει την φθορά μιας κοινωνικής
τάξης που πεθαίνει μαζί με τις ανεπάρκειές της, ενώ το μέλλον
προαναγγέλλεται με θόρυβο που δεν μπορεί να καλύψει το θολό της ακόμα
περιεχόμενο. Νύξεις για την αστική επανάσταση που δεν συνέβη ποτέ στη
Ρωσία, (η δουλοπαροικία καταργήθηκε μόλις το 1860), και εκφράσεις τόσο
«τσεχωφικές», όπως «τι παράξενος άνθρωπος», «πόσο γέρασες, πόσο ασχήμυνες»
και πάνω απ’ όλα μια τόση τρυφερότητα για το ανθρώπινο είδος και
εκλεπτυσμένη θλίψη για την ίδια τη φθορά του χρόνου, μια τεράστια
συγκατάβαση που καταλήγει λυγμική.
Ο Δεντάκης δεν ακολούθησε την σκηνογραφία και τα κοστούμια εποχής που
λεπτομερώς περιγράφει ο Τσέχωφ, ξεκολλώντας εντελώς το κείμενο από το χρόνο
του και τη μαγεία «ενός αριστοκρατικού υποστατικού της ρώσικης επαρχίας»
που καταρρέει μαζί με τους ενοίκους του.
Τα πρόσωπά του «οπερετικά» όπως προείπα, με προεξάρχουσα τη μορφή της
Λιουμπόβα Αντρέγεβνα (Κατερίνα Λυπηρίδου) και της Σαρλότας με εξαίρεση μόνο
τον Λοπάχιν του Μάκη Παπαδημητρίου που εμφανίζεται πιο οικεία ανθρώπινος,
διηγούνται κατάφατσα στο κοινό την ιστορία του εαυτού τους, λίγο αυτιστικά
δηλαδή, χωρίς να εκφράζουν ζωντανές σχέσεις, ενώ στη μέση χάσκει μια μαύρη
τρύπα. Και τα δύο πάρτυ, της αρχής και του τέλους, σπαστικά, χωρίς ήχο,
προοιωνίζουν ειρωνικά την επερχόμενη καταστροφή. Η αναχώρηση για τις
λαμπρές πολιτείες και η εγκατάλειψη της πατρικής κληρονομιάς δείχνουν
σχεδόν μάταιες.
Από αυτήν την άποψη η παράσταση του Δεντάκη πέτυχε το στόχο της άλλοτε
βέβαια περισσότερο και άλλοτε λιγότερο .
ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ