ΟΔΥΣΣΕΙΑ’13

«ΟΔΥΣΣΕΙΑ», Σκηνική σύνθεση του Ρόμπερτ Γουίλσον, στο Εθνικό Θέατρο

Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα από έναν γνωστό αισθητιστή που τον
ενδιαφέρει πρωτίστως η επιβεβαίωση της αντοχής της φόρμας που έχει εδώ και
δεκαετίες τελειοποιήσει, παρά το όποιο φιλοσοφικό μήνυμα ενός έργου, να
αντιμετωπίσει το ομηρικό έπος ως το λογοτεχνικό θεμέλιο του δυτικού
πολιτισμού.
Γιατί ο Γουίλσον αντιμετωπίζει το θέατρο από την οπτική του Ουάιλντ και του
Μαλρό. Γι αυτόν σημασία έχει το «ορατό», γι αυτό και οι τελετουργικές
θεατρικές τεχνικές του θεάτρου της Ανατολής, υπήρξαν γι αυτόν πηγές
έμπνευσης.
Το πρόβλημα όμως έγκειται στο ότι μετά από 40 και περισσότερα χρόνια από
την εποχή που τον αναγνώριζε η νεοϋρκέζικη αβανγκάρντ, ο Γουίλσον
μετατράπηκε σε «βιομηχανικό παραγωγό» έργων όπου η φόρμα του έγινε κλισέ.
Αποτέλεσμα ήταν, όσο περισσότερο τελειοποιούσε τις τεχνικές του, τη δράση
του φωτός, την κίνηση, τη μάσκα, τις νέες τεχνολογίες, την αρχιτεκτονική
του χώρου και της παραστατικής δομής , τόσο να κινδυνεύει να χάσει την ψυχή
των έργων που αναπαριστά. Ισως να τελείωσε ιστορικά και η περίοδος του
«μεταμοντερνισμού» και να αναζητούμε και πάλι τις μεγάλες αφηγήσεις.
Η «Οδύσσειά» του λοιπόν, παρέπεμπε στην αισθητική του βωβού κινηματογράφου
-ο πιανίστας που συνοδεύει ζωντανά την παράσταση εκεί παραπέμπει, το
μακιγιάζ των ηθοποιών (σχεδόν μαυρόασπρο), η κίνηση, το στυλιζάρισμα.
Ένα παραμύθι για μικρούς και μεγάλους σαν τα σινεάκ της Κυριακές του ’70, ή
τα «κλασσικά εικονογραφημένα» της ίδιας περιόδου. Λίγο κιτς (έτσι είδα εγώ
την περίφημη σκηνή του Πολύφημου), λίγο χιούμορ, ένα πανκιό ως άλλος Πουκ
να μπαινοβγαίνει, χαλώντας εντέχνως την αρμονία, κάτι που θύμιζε αρχαίους
αλλά και όχι, ένας αρχαίος Ομηρος (μάλλον ως γελοιογραφία ή παραφωνία που
μας απαγγέλει στα αρχαία τους πρώτους στίχους του Ομηρικού έπους), μια
εξωγήινη κατάδυση στον Αδη και πολλές όμορφες εικόνες, αλλά στην λογική που
προσπάθησα να περιγράψω.
Επιτελείο γνωστών και καταξιωμένων ηθοποιών (Νικήτας Τσακίρογλου, Λυδία
Κονιόρδου, Σταύρος Ζαλμάς, Μαρία Ναυπλιώτου), προσπάθησαν να υπηρετήσουν
ένα θέατρο ξένο με τις παραδόσεις μας, γενικά με επιτυχία.
Φυσικά και δεν κάλυψε αυτή η «Οδύσσεια» την ανάγκη μας για βάθεμα της
έννοιας του «ταξιδιού» και «του γυρισμού». Του «νόστου» και της «απώλειας».
Γιατί κανείς φυσικά δε σκέφτηκε να συνδυάσει αυτήν την παράσταση και με
κάτι περισσότερο.
Όπως σχεδίασε το Πίκολο Τεάτρο (συμπαραγωγός της παράστασης). Στο Μιλάνο
οι παραστάσεις θα συνοδεύονται από εκδηλώσεις στις οποίες θα λάβουν μέρος
οι μεγαλύτεροι ηθοποιοί της Ιταλίας, οι οποίοι, όπως ενημέρωσε ο διευθυντής
του Σέρτζιο Εσκομπάρ, θα συζητήσουν για θέματα κομβικά του έργου, όπως
είναι η δικαιοσύνη, το ταξίδι, το φαγητό, ως τον «Οδυσσέα» του Τζέιμς
Τζόις. Και μάλιστα σε χώρους, όπως ένα δικαστήριο, μια φυλακή, μια δημοτική
αγορά, μία παμπ.
Εδώ μας έμειναν μόνο τα «λούσα». Στην ουσία αυτό είναι που ενοχλεί και όχι
μια ακριβή παράσταση που εν πάσει περιπτώσει απηχεί την αισθητική ενός
καταξιωμένου καλλιτέχνη.

ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ