ΟΙ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ του Αύγουστου Στρίντμπεργκ, σε Μετάφραση Μαργαρίτας
Μέλμπεργκ, Σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση στο Θέατρο του Νέου Κόσμου
Από το 2010 ο Θέμελης Γλυνάτσης στέγαζε την Knot Gallery και τις
πειραματικές θεατρικές του προσεγγίσεις στη Μιχαλακοπούλου και Πύρρου, αλλά
η οικονομική κρίση μάλλον τον οδήγησε σε συμπαραγωγή με το Θέατρο του Νέου
Κόσμου, ένα χώρο φιλικό στους νέους δημιουργούς, που σ’ αυτούς τους
δύσκολους καιρούς συμπαραστέκεται και δίνει βήμα.
Η επιλογή των «Δανειστών», ένα έργο που από τα τέλη του 19ου αι., μεταφέρει
με κυνικότητα την έννοια των «συναλλαγών» στις ανθρώπινες σχέσεις και που
μας οδηγεί από την πίσω πόρτα σ’ αυτό που θα λέγαμε με σύγχρονους όρους
«εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων», των «ανθρώπινων ψυχών», είναι
μια δυναμική επιλογή στους καιρούς της απόλυτης κρίσης και των οικονομικών
συναλλαγών και των ανθρώπινων σχέσεων. Και όταν αυτή η έννοια των
«καταγγελμένων δανείων» και των « ψυχικών οφειλών», στοχοποιεί τις σχέσεις
του ζεύγους, τις σχέσεις άνδρα – γυναίκα και μάλιστα με εμφανή την εμμονή
στον «διαβολικό γυναικείο ρόλο», από έναν συγγραφέα που θεωρούσε ότι
ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα μαίνεται ένας ανελέητος πόλεμος
στοιχειακών διαστάσεων, τότε η σκέψη ξεπερνά τις εμμονές και τις
ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις του φαινομένου «Στρίντμπεργκ» και επιτρέπει
σκέψεις που από το 19ο αι., έως και σήμερα είναι όχι μόνο επίκαιρες αλλά
διαχρονικές.
Στο έργο το καταραμένο τρίγωνο (πρώην σύζυγος, νυν σύζυγος και η γυναίκα),
θα παίξει με τη φωτιά, για να επιβεβαιώσει ο καθένας την ίδια του την
υπόσταση. Είναι ένα παιγνίδι με το θάνατο αυτό που εξελίσσεται μέσα από
διαλόγους που ξεπερνούν οποιονδήποτε ηθογραφισμό και περνούν στο χώρο των
υπαρξιακών συμβόλων.
Η παράσταση τοποθετημένη στο ημίφως, στηριγμένη στις σκιές και απαιτώντας
την ερμηνευτική απογείωση των ηθοποιών για να εξελιχθεί σε ένα θρήλερ, όπου
το θύμα δεν είναι προσδιορισμένο και ο θύτης κρύβεται στις λεπτομέρειες,
προσέγγισε με επάρκεια τον λόγο του συγγραφέα, αλλά δεν τον απογείωσε.
Ξεχώρισε βέβαια ο Συμεών Τσακίρης (Γκούσταβ), ήταν επαρκής ο Νέστωρ Κοψιδάς
αλλά ουδέτερη και χωρίς βάθος η ερμηνεία της Σοφίας Μαραθάκη.