«ΟΤΑΝ ΕΚΛΑΨΕ Ο ΝΙΤΣΕ» του Ιρβιν Γιάλομ σε μετάφραση και δραματουργική
επεξεργασία (θεατρική διασκευή) Ευαγγελίας Ανδριτσάνου και Σκηνοθεσία Ακύλα
Καραζήση – Νίκου Χατζόπουλου
Η απήχηση του λογοτεχνικού έργου του Ιρβιν Γιάλομ, του ιδρυτή της
Υπαρξιακής Σχολής Ψυχοθεραπείας και της Ομαδικής Ψυχοθεραπείας, είναι
δυσανάλογα μεγάλη στη χώρα μας, απ’ ότι οι ίδιες οι επιστημονικές του
προσεγγίσεις, από τους κατ’ εξοχήν ειδικούς του χώρου.
Αυτή η λαϊκή αποδοχή που επιβεβαιώθηκε από το πλήθος κόσμου που συνέρρευσε
ακόμα και στο σεμινάριο που είχε διοργανώσει πριν από λίγα χρόνια, δεν
συνοδεύεται από την αντίστοιχη μαζική αποδοχή της ίδιας της ψυχανάλυσης
(στις όποιες μορφές της) από τους Ελληνες, ως μία επιλογή για να λύσουν
δικές τους νευρώσεις και ψυχικές διαταραχές.
Όμως η παρακολούθηση της μυθιστορηματικής περιπέτειας της πρώτης μορφής
θεραπευτικής ψυχανάλυσης και μάλιστα με ήρωες τον νεαρό Φρόυντ, τον
μέντορά του και καθηγητή Μπρόιερ και τον φιλόσοφο Νίτσε, ή ακόμα καλύτερα η
σκηνική της μεταγραφή, ασκεί στο κοινό τη γοητεία της κρυφής ματιάς σ’ έναν
κόσμο ακόμα και σήμερα απαγορευμένο.
Τον κόσμο του υποσυνείδητου, των κρυφών πόθων, των υπαρξιακών αναζητήσεων.
Η μεταφορά στη σκηνή ενός ογκώδους μυθιστορήματος και μάλιστα εποχής,
αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα.
Κυρίως γιατί ο όγκος των πληροφοριών που περιέχει μπορεί να βραχυκυκλώσει
το θεατή, μη επιτρέποντάς του (εάν μάλιστα δεν έχει διαβάσει το έργο) να
αφομοιώσει τόση σκέψη, συναισθήματα και δράσεις.
Οφείλω να πω πως η τριάδα των εξαιρετικών συντελεστών της παράστασης
(Ευαγγελίας Ανδριτσάνου, Ακύλα Καραζήση , Νίκου Χατζόπουλου) επέλεξε την
απόλυτη λιτότητα μεταφοράς του κεντρικού νοήματος, που δεν είναι άλλο από
την θεραπευτική αξία της ίδιας της σχέσης που δημιουργείται ανάμεσα στον
ψυχοθεραπευτή και τον αναλυόμενο, στην εναλλαγή των ρόλων, στην σημασία της
γενικής φιλοσοφίας ζωής που δημιουργεί το στέρεο υπόβαθρο αντοχής της .
Ετσι τρεις άνδρες, ο Αυστριακός γιατρός Ζόζεφ Μπρόιερ (Καραζήσης), ο
Γερμανός Φιλόσοφος Φρ. Νίτσε (Χατζόπουλος), υπό το βλέμμα του νεαρού Ζ.
Φρόυντ (Χάρης Φραγκούλης), περπατώντας πάνω σε ένα παλιό χαλί, έχοντας ως
σκηνικά σκεύη τρεις καρέκλες, βιβλία και μικρά γυάλινα βάζα που όταν
άνοιγαν εξέπεμπαν τις χαμηλότονες μουσικές του Κ. Σελαμσή, ήτοι μέσα ένα
στοιχειώδες σκηνικό που δημιούργησε η Ελένη Μανωλοπούλου, αναπαριστούν και
ταυτόχρονα αφηγούνται αυτό το εσωτερικό ταξίδι αυτογνωσίας που αποτελεί το
στόχο της ψυχανάλυσης.
Ολοι επικαλούνται την αιώνια έλλειψη, ή φαντασιώνονται την απόκτηση της
ιδανικής φαντασιακής γυναίκας. Σοφά η σκηνοθεσία δεν συμπεριέλαβε τη φυσική
παρουσία των γυναικών. Μία κούκλα της παλιάς μοδιστρικής τέχνης,
μεταμορφώνεται σε Λου Σαλομέ, μούσα του Νίτσε (του ενέπνευσε το «Τάδε έφη
Ζαρατούστρα), σε σαγηνευτική Αννα Ο., σε γλυκιά Ματίλντε Μπρόιερ.
Εξαιρετική η σκηνή όπου το όνειρο κατά την ύπνωση του Μπρόιερ αποδίδεται
και από τους τρεις ως εκτέλεση μιας παρτιτούρας, καθώς και η
αυτοσχεδιαστική χορευτική αλλά ακίνητη σκηνή με τις καρέκλες, του
πρωταγωνιστικού ντουέτου.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ