ΠΛΟΥΤΟΣ’13

«ΠΛΟΥΤΟΣ» του Αριστοφάνη, σε Μετάφραση, Σκηνοθεσία, Μουσική Διονύσης
Σαββόπουλος, στο Φεστιβάλ Επιδαύρου

Το έργο είναι προφανές ότι προσφέρεται σε εποχές έντονης οικονομικής και
πολιτικής κρίσης. Αλλωστε και ο συγγραφέας σε μια τέτοια εποχή το έγραψε.
Το 388 π.χ., κοντά στη δύση της ζωής του, που συνέπιπτε με τη δύση της
αττικής κωμωδίας, η οποία με τη σειρά της καθρέφτιζε την αρχή του τέλους
της πάλαι ποτέ χρυσής Αθηναϊκής Δημοκρατίας.
Το έργο επίσης προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις. Ο αγώνας μεταξύ της
έντιμης Πενίας και του διαφθορέα τυφλού Πλούτου που διαβρώνει τους έχοντες
και κατέχοντες, μπορεί να χρησιμοποιηθεί άριστα, άλλοτε για να επισημανθεί
η αξία διατήρησης της ταξικής αλυσίδας (αν όλοι γίνουν πλούσιοι τότε ποιοι
θα δουλεύουν και θα παράγουν τα αγαθά) και άλλοτε (όπως είναι και η άποψη
του Γιάννη Λυγνάδη) για να υποδειχθεί ότι η Δημοκρατία μπορεί να στηριχθεί
μόνο εάν ο Πλούτος δεν είναι τυφλός, αλλά ορών. «Ο ορών Πλούτος δεν είναι
τίποτε άλλο παρά το υπέρτατο πλήρες αγαθών δημόσιο ταμείο, η θεία τράπεζα
απ’ όπου μεταλαμβάνουν άπαντες αγαθοί και δίκαιοι».
Όμως αυτό είναι το ουτοπικό όνειρο της τέχνης.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος κατέβηκε από το κοίλον στην ορχήστρα με όλες μαζί
τις σχετικές ειδικότητες, για να μας αφηγηθεί την δική του εκδοχή.
Ενας θίασος τσιρκολάνων που κινούνταν σαν τα ανθρωπάκια στα κουρδιστά
μουσικά κουτιά παλιών παιδικών χρόνων, εισέβαλε στην ορχήστρα, μπροστά από
μια μικρή υπερυψωμένη σκηνή. Μια παλιά αριστοφανική εικόνα, λίγο
μελαγχολική αλλά συνάμα τρυφερή, που υπηρετήθηκε με ακρίβεια λεπτουργού από
μη αριστοφανικούς ηθοποιούς όπως ο Χρήστος Λούλης, η Αμαλία Μουτούση, ο
Μάκης Παπαδημητρίου και ο Νίκος Κουρής.
Προσωπικά είχα την αίσθηση πως όλη η παράσταση στήθηκε μόνο και μόνο για να
εμφανισθεί ο ίδος, ως Αγγελος- Εξάγγελος, με το λευκό του κοστούμι και
πατερίτσα και να μας νουθετήσει, ως αγαθός παππούς με το «εγώ σας τά’ λεγα
αγαπητά μου παιδιά, αλλά δεν με ακούγατε».
Όμως κανείς πια δεν είναι αγαθός σ’ αυτήν την πόλη. Και γνωριζόμαστε όλοι.
Εκτός και εάν κάποιοι καλλιτέχνες μας έχουν τύψεις για «τα πούρα με
κάπνισαν αφειδώς παρέα με όλο το κατεστημένο της παρελθούσης
τριακονταετίας».
Η απογοήτευση ήλθε κυρίως από την έλλειψη νέων τραγουδιών και μουσικής,
από το αναμάσημα παλιών μικρών διαμαντιών, από τον «Αριστοφάνη που γύρισε
από τα θυμαράκια» του ’70 και του «Φορτηγού», αλλά και από το ότι κατέφυγε
τελικά σε σουξεδάκια του Τώνη Μαρούδα, προφανώς αδύναμος να ντύσει μουσικά
την νέα απελπισία και την νέα ελπίδα .

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ