ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΤΟΥ ΑΙΣΧΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΡΑΘΑΝΟΥ

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ – ΔΥΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ο Προμηθέας Δεσμώτης συγκαταλέγεται στα όψιμα έργα του Αισχύλου.
Πιθανολογείται πως γράφτηκε μεταξύ 475 και 470 π.Χ. Για άλλους μελετητές,
το ζήτημα της χρονολόγησής του παραμένει ανοιχτό. Αποτελεί τη μοναδική
σωζόμενη τραγωδία όπου όλα τα δραματικά πρόσωπα –με εξαίρεση την Ιώ– έχουν
θεϊκή υπόσταση. Με λίγα λόγια, ο Προμηθέας Δεσμώτης είναι μια υπόθεση
μεταξύ αθανάτων.

Ο «Προμηθέας Δεσμώτης» είναι το μόνο σωζόμενο δράμα μιας τριλογίας
(«Προμήθεια») που έχει ως θέμα της τη σύγκρουση ανάμεσα στον Δία και στον
Προμηθέα για την τύχη του ανθρώπινου γένους, που ο Ζεύς έχει αποφασίσει να
καταστρέψει. Ο Τιτάνας Προμηθέας εδώ παρουσιάζεται ως ο μόνος φίλος και
προστάτης των ανθρώπων.
Αρχετυπική μορφή κατά της τυραννίας, ο Προμηθέας, ο Τιτάνας που έκλεψε τη
φωτιά από τους θεούς για να την χαρίσει στους ανθρώπους, διαπράττοντας την
υπέρτατη ύβρη, ήτοι την αμφισβήτηση της εξουσίας του Δία και την ανατροπή
της κοσμικής τάξης, αφού αθάνατος ο ίδιος παίρνει το μέρος των θνητών,
τιμωρείται σκληρότατα από τον Δία. Αλυσοδένεται από έναν απρόθυμο Ηφαιστο
σ’ έναν βράχο στον Καύκασο, τον βράχο της τιμωρίας του.
Αρνείται τη συναλλαγή με τον Δία, ήτοι την αποκάλυψη του μυστικού που θα
αποκάλυπτε το από ποιόν κινδυνεύει, και δέχεται τον αφανισμό του.

Αυτό το κοσμικό δράμα διηγούνταν η αισχυλική τριλογία της «Προμήθειας» που,
όπως γράφεται χωρίς να επιβεβαιώνεται ούτε η σειρά τους, ούτε η χρονολόγησή
τους, διασώθηκε μόνο ένα μέρος της, ο «Προμηθέας Δεσμώτης». Το μέρος που
αφορά τη ρήξη του Προμηθέα με τον Δία. Τα υπόλοιπα, είχαν ως θέμα τη
συμφιλίωση του Τιτάνα με την Αρχή του κόσμου.
Η λύση που έδινε στο δράμα ο Αισχύλος, ήταν η ειρηνική επανάσταση, όμως
αυτή χάθηκε στα ερείπια του αρχαίου κόσμου.
Στον «Προμηθέα δεσμώτη», που διδάχθηκε περί το 470 π.Χ., τα πρόσωπα του
έργου ανήκουν στον θεϊκό κύκλο, ουδείς θνητός παίρνει μέρος, γι αυτό και η
ύβρις, η αμαρτία του Προμηθέα πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί διαφορετικά από την
ύβρη που διαπράττουν οι θνητοί.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Αισχύλος εξετάζει την διασάλευση της τάξης και
της εξουσίας, κι ίσως μεταφέρει τις προσωπικές του πεποιθήσεις για το θεϊκό
στοιχείο, την έννοια του δικαίου, το ηθικό πλαίσιο, στο πνεύμα των νέων
θεσμών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.

Θάλεγε κανείς πως είναι ένα έργο ωδή στον πολιτισμό…Στην αυγή του
πολιτισμού.

Αυτός ο Προμηθέας, αυτός του Νίκου Καραθάνου που βασίστηκε απολύτως σ’
εκείνον του Αισχύλου, και ήδη παρουσιάζεται στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση,
δεν βρίσκεται καρφωμένος σ’ έναν βράχο κάπου μακριά. Καρφωμένος είναι κι
αυτός, αλλά σ’ ένα σπίτι με πέτρινο κέλυφος, που εγκλωβίζει, διαλύεται,
ενώνεται (εξαιρετικό το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη). Εκεί μέσα βρίσκονται τα
πάθη του, οι εξαρτήσεις του, οι μνήμες του, τα όνειρά του, οι επιθυμίες
του, οι εφιάλτες του. Ένα καλυβάκι είναι ο κόσμος αυτού του Προμηθέα (Νίκος
Καραθάνος), που ξεκινάει με τη φράση «Μικρός τις περίμενα τις Κυριακές,
γιατί είχε καλό φαΐ». Και την ευχάριστη, τη γευστική και μυρωδάτη ανάμνηση
διαδέχεται η τρομακτική, στο πρόσωπο ενός πατέρα βίαιου, απόλυτου, δυνάστη
που έτσι θέλει και σπάει τα πιάτα. Και στο μικρό καλυβάκι εκτυλίσσεται μια
Τιτανομαχία άλλων διαστάσεων, που διαλύει το μικρό σπιτάκι που χωρίζεται
στα δυο. Όμως η Βία (Γαλήνη Χατζηπασχάλη) και το Κράτος (Χρήστος Λούλης)
είναι εκεί. Και τιμωρούν όποιον αντιστέκεται, γιατί «η γλώσσα σου σήκωσε
κεφάλι, γι’ αυτό τα τραβάς όλα αυτά» του λένε· γιατί ο ισχυρός «είναι λύκος
κι είσαι πρόβατο. Δέξου το», του ξαναλένε, παρά την οδύνη του πιστού
υπαλλήλου Ηφαίστου (Γιάννης Κότσιφας) που δεν καρφώνει καρφιά σ’ αυτόν τον
Προμηθέα, αλλά οδυνηρές αναμνήσεις, πόνο, φόβο, απελπισία, μοναξιά.

Κι ο σύγχρονος αυτός Προμηθέας μένει μόνος του σ’ ένα άδειο δωμάτιο, χωρίς
ορίζοντα, χωρίς διέξοδο. Μια καραντίνα διαρκείας έμοιαζε η ζωή αυτού του
Προμηθέα, μια μοναξιά αδυσώπητη, μια αναμονή απέλπιδα. Όμως εκείνος
αντιδρά. Γεμίζει τους τοίχους αυτής της φυλακής με κάδρα -θύμησες παλιές,
που δίνουν ώθηση και ταυτότητα- ακούγονται τσάμικα, που κι εκείνα σε μνήμες
παλιές παραπέμπουν, στα ακούσματα που μας διαμόρφωσαν και πάντα μας
γαληνεύουν. Και μιλάει, και θυμάται, γιατί «η λέξη είναι βοηθός της
μνήμης», κι αναζητά τη διέξοδο στη γνώση, στην ποίηση, στην τέχνη. Και δεν
γυρνάει την πλάτη στους ανθρώπους, του θυμάται όλους, κι εκείνους που
έφυγαν από τη ζωή του, από τη ζωή. Και ξαφνικά όλοι είναι γύρω του,
ακυρώνοντας εκείνο που ισχύει πια στον τρόπο ζωής μας, που «ριχτήκαμε ο
καθένας στη γωνιά του κι ό,τι μπορούμε κάνουμε». Αυτός ο Προμηθέας (κι
αυτός ο Προμηθέας) δεν θέλει να γίνεται έτσι. Προσπαθεί να το αλλάξει.
Γιατί τους αγαπάει τους ανθρώπους.
από τι υλικά είναι φτιαγμένος ο κόσμος;
Γι’ αυτό στηρίζει και παρηγορεί την Ιώ, που κι αυτή εμφανίζεται σ’ αυτόν
τον σύγχρονο Προμηθέα. Είναι η εξαρτημένη, η ταλαιπωρημένη γυναίκα, που
καταπιέζεται, φοβάται, που «το σώμα [της] άπλωσε για να χωράει τον πόνο
[της]» και παραμένει ανήμπορη δίπλα στον δυνάστη της. Αλλά ο Προμηθέας δεν
έχει την ίδια γνώμη. Βγάζει τη γλώσσα στους δυνάστες. «Με λογισμό και μ’
όνειρο». Καταρρίπτει την αλαζονική γλώσσα των ισχυρών, αλλά μιλάει τρυφερά
στη θρασύτητα και την ελαφρότητα της νιότης, που εμφανίζεται στο πρόσωπο
του Ερμή.

Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη στον «Προμηθέα» στη Στέγη

Ο Νίκος Καραθάνος ακουμπάει απολύτως στην τραγωδία του Αισχύλου και τη
διαβάζει σαν παραβολή για τα πάθη του σύγχρονου ανθρώπου. Δύσκολο
εγχείρημα, που όμως πέτυχε απολύτως. Χάρη στη δραματουργία, χάρη στις
ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών της παράστασης, χάρη στην υπέροχη μουσική
του Άγγελου Τριανταφύλλου, χάρη στα σκηνικά, χάρη σε όλα τα συστατικά αυτής
της παράστασης. Που χάρισε υψηλό θέατρο και βαθιά συγκίνηση. Που πήρε υψηλά
ρίσκα ώστε να κάνει σημερινό όσο και δικό του ένα αρχαίο κείμενο. Και ο
σύγχρονος Προμηθέας, όπως κι εκείνος του Αισχύλου, είναι πάλι ένας άνθρωπος
που αγαπάει τους ανθρώπους και μάχεται γι’ αυτούς. Με κόστος.

Και τελειώνει αισιόδοξα. Σαν ευχή. Το σπίτι ενώνεται ξανά, το τραπέζι
ξαναστρώνεται, οι ζημιές της μάχης (οι πληγές των συγκρούσεων) μαζεύονται
και όλα μπαίνουν στη θέση τους. Η οικογένεια -οι άνθρωποι- συναντιούνται
ξανά γύρω από ένα τραπέζι. 

Ο «Προμηθέας» στην ανάγνωση του Νίκου Καραθάνου, αυτού του ευαίσθητου
ποιητή της σκηνής μας, είναι η εξιστόρηση του ηττημένου ανθρώπου, μέσα στο
πέρασμα των αιώνων από την εποχή του Αισχύλου έως τις μέρες μας.
Εάν ο Προμηθέας του Αισχύλου σηματοδοτεί τον εξεγερμένο άνθρωπο και την
αρχή του «πολιτισμού», ο Καραθάνος, κοιτώντας από το σήμερα προς τα πίσω,
καταλήγει μελαγχολικά ότι «ο εξεγερμένος άνθρωπος» ηττήθηκε.
Το μόνο που του μένει ως παρηγορία, είναι η παραμυθία των δεινών του, η
εξιστόρηση των παθών του ανθρώπου και η αγαπητική σχέση προς τον Αλλον,
προς τον Ανθρωπο.
Θα κλειστεί και πάλι μέσα στο σπίτι – βράχο – φυλακή του, μαζί με τ’
αδέρφια του, γύρω από ένα τραπέζι, χωρίς να έχει καταφέρει να ελευθερωθεί.
Τα δεσμά είναι άλλα τώρα, αλλά υπάρχουν. Οι θεοί δεν νικήθηκαν. Ούτε το
κράτος, ούτε η βία. Ισως αυτός ο εγκλεισμός να έχει πλέον καταστεί
εκούσιος.

Ο κατά Άρη Μπινιάρη «Προμηθέας Δεσμώτης» απλώνεται σε όλες τις διαστάσεις
του χρόνου, ως ένας μύθος ταυτόχρονα αρχαϊκός, αρχέγονος, άχρονος και
μελλοντ(ολογ)ικός. Η ιστορία του Τιτάνα που τιμωρήθηκε από τον Δία γιατί
χάρισε τη φωτιά στους ανθρώπους έρχεται από τα βάθη του χρόνου και του
κόσμου, διαπερνάει το παρόν και αγγίζει το μέλλον, ως φουτουριστική
δυστοπία. Ένα έργο που ξεκινάει με –και ταυτίζει– το Κράτος και τη Βία
(τους δύο υπηρέτες του Δία που οδηγούν τον Προμηθέα στον έρημο τόπο του
μαρτυρίου του) παίρνει στην παράσταση τη μορφή ενός απανθρωποποιημένου
κόσμου. Ενός κόσμου που εξουσιάζεται από ανέκφραστους αφέντες που σέρνουν
αλυσοδεμένους δούλους με τρομακτική όψη, ενός κόσμου που δεν χωράει καμία
μελωδία παρά μόνο στριγκούς ήχους, λυγμούς, μεγεθυμένους ψιθύρους και
βαθείς αναστεναγμούς.

©Patroklos Skafidas
Remaining Time-0:00
Fullscreen
Mute
Στον αντίποδα, υψώνεται η πληγωμένη αλλά και κραταιή φιγούρα του
Προμηθέα, ερμηνευμένου από τον Γιάννη Στάνκογλου. Αν και ο αισχυλικός ήρωας
βιώνει πληθώρα συναισθημάτων (ερημιά, παράπονο, θυμό, ανωτερότητα λόγω της
γνώσης του για τα μελλούμενα), αυτός της παράστασης εκφράζει μόνο
την οργισμένη ένταση ενός ήρωα που μιλάει εξ ονόματος των ανθρώπων, μια που
με το δώρο της φωτιάς αποκαλύπτεται ως φορέας και ευρετής του ίδιου του
ανθρώπινου πολιτισμού, των επιτευγμάτων του ανθρώπου.
Στη θεώρηση του Μπινιάρη, οι κόσμοι που συγκρούονται είναι εύγλωττα
απεικονισμένοι. Οι φορείς ή οι δούλοι της εξουσίας έχουν σβησμένα
χαρακτηριστικά και ομοιόμορφη όψη (κοστούμια: Βασιλική Σύρμα, επιμέλεια
μακιγιάζ: Εύη Ζαφειροπούλου): ο Ωκεανός, ως πολιτικάντης που ρητορεύει για
την προσαρμογή στις συνθήκες (Αλέκος Συσσοβίτης), ο Ερμής, υπηρέτης και
απεσταλμένος του Δία, για να αποκαλύψει το εύρος της τιμωρίας που περιμένει
τον Προμηθέα (Ιωάννης Παπαζήσης) – και από την άλλη, ο ματωμένος, γήινος
και σάρκινος ήρωας, και στο πλάι του οι Ωκεανίδες, σαν ένα πρόσωπο, που
προστρέχουν προς συμπαράστασή του (κίνηση: Εύη Οικονόμου). Η Ιώ (Ηρώ
Μπέζου), θύμα κι αυτή της δυναστείας του Δία, μισή άνθρωπος μισή ζώο,
ολοκληρώνει τη δυσοίωνη μορφή που ενδύει η παράσταση στο έργο, ενώ ο λόγος
του ποιητή (στην –αρκετά ελεύθερη– μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα), όπου
έχουν προστεθεί και μέρη άλλων κειμένων, αποκτάει σχεδόν χειροπιαστή
οντότητα, γίνεται ένας επιπλέον πρωταγωνιστής.

,Η τραχιά παράσταση με τις υψηλές εντάσεις, βυθισμένη στα σκοτάδια και
πλημμυρισμένη από μεταλλικούς ήχους (μουσική: Φώτης Σιώτας) αποτυπώνει μια
οριακή στιγμή της ανθρωπότητας, δεν παύει όμως να καταλήγει βαθιά
ανθρωποκεντρική, έτσι όπως εστιάζει στην ανθρώπινη δύναμη και την ανατολή
ενός καινούργιου κόσμου. Μόνη ένσταση το γεγονός πως ξεκινάει και
ολοκληρώνεται στον ίδιο τόνο, χωρίς κλιμακώσεις, παύσεις ή ανάσες, μέσα σε
ένα ηχητικό περιβάλλον που επιβάλλεται ακόμη και στη λειτουργικότητα του
λόγου, ειδικά όσον αφορά τα κομμάτια του Χορού.

Καλησπέρα. Θα σας πω μια ιστορία. Όταν ήμουν μικρός, περίμενα τις Κυριακές,
γιατί είχε καλό φαΐ. Καθόμουν στο τραπέζι, ίσα που το ’φτανα, και περίμενα
τη μάνα μου να φέρει μπροστά μου ένα πιάτο φαΐ. Κι έφερνε το πιάτο κι έδινε
το πρώτο στον πατέρα μου» λέει ο Νίκος Καραθάνος στο κοινό στην αρχή της
παράστασης, καθιστώντας σαφές ότι αυτός δεν είναι ο Προμηθέας Δεσμώτης του
Αισχύλου αλλά ο δικός του, μια σκηνική απόπειρα οικειοποίησης του
μεγαλειώδους αρχαίου έργου από σημερινούς ανθρώπους που ζουν χωρίς πίστη,
απομαγεμένοι και θλιμμένοι, δεσμώτες του μικρού τους εαυτού. Και του
ιδιωτικού τους χώρου, που πια ούτε καταφύγιο είναι ούτε ασφάλεια παρέχει. 
 
Ένα μικρό φτωχικό σπίτι (σκηνογραφία Εύας Μανιδάκη) αντικαθιστά τον βράχο
του Καυκάσου, κεντρικό σημείο μιας τολμηρής ερμηνευτικής μετακίνησης που
δεν εστιάζει στο μείζον ζήτημα της τραγωδίας, στην ανάγκη αντίστασης στη
βία της άνωθεν εξουσίας.
 
Ο Προμηθέας του Καραθάνου δεν είναι ο εξεγερμένος ήρωας που επιλέγει να
θυσιαστεί, παρά να συμβιβαστεί με την εξουσία του Δία. Ο δικός του
Προμηθέας είναι ηττημένος, έχει προ πολλού αφήσει πίσω του μεγάλες ιδέες
και αγώνες αντίστασης, τις θυμάται πια ως ιστορίες θαυμαστές που έλεγαν
άλλοτε οι άνθρωποι. Ο δικός του αγώνας είναι ιδιωτικός και προσωπικός, και
το σπίτι, ο Οίκος, είναι το πεδίο όπου εξελίσσεται – άλλωστε, χωρεί,
χωρούσε ανέκαθεν, συμπυκνωμένες τις πρωταρχικές συγκρούσεις του Άνδρα και
της Γυναίκας, του Πατέρα και του Γιου. 
 
Μία από τις πιο συγκινητικές σκηνές της παράστασης είναι η «επική» λίστα με
τα βουνά και τα ποτάμια της χώρας μας (μόνο στο άκουσμά τους, κάτι
συμβαίνει, σαν τη δόνηση που προκαλεί η δημοτική ποίηση) και ο χαιρετισμός
του Καραθάνου σε ανθρώπους με τους οποίους κάπως συνδέθηκε. 
 
Κι είναι αυτές οι δύο φιγούρες, του πατέρα (που σπάει με βία τα πιάτα) και
της μάνας (που φωνάζει ξανά και ξανά στο μικρό αγόρι «Έλα μέσα!») που μας
οδηγούν στις απαρχές του κόσμου, στις απαρχές του Μύθου, αφού ο μύθος του
Προμηθέα είναι κατά έναν τρόπο το ελληνικό αντίστοιχο της βιβλικής
Γενέσεως. Και καθώς το σπιτάκι του σκηνικού περιβάλλεται από βράχο, έχει
«εγκιβωτιστεί» στον βράχο, δεν παραπέμπει μόνο στον τόπο μαρτυρίου του
Προμηθέα αλλά και στη σπηλιά, το πρώτο σπίτι του Ανθρώπου. 
 

Είναι αυτές οι δύο φιγούρες, του πατέρα (που σπάει με βία τα πιάτα) και της
μάνας (που φωνάζει ξανά και ξανά στο μικρό αγόρι «Έλα μέσα!») που μας
οδηγούν στις απαρχές του κόσμου, στις απαρχές του Μύθου. Φωτ.: Ανδρέας
Σιμόπουλος

 
Κι όπως καμιά φορά συμβαίνει και ένας κεραυνός μπορεί να κόψει στα δύο ένα
τεράστιο δέντρο, έτσι και το σπίτι της παράστασης μοιάζει «σταυρωμένο» από
δύο εγκάρσιες τομές. Βλέποντάς το, θυμήθηκα τη Θυσία του Ταρκόφσκι – μια
δυσλειτουργική οικογένεια, η απειλή του πυρηνικού ολέθρου, η αρχή της ζωής
και το τέλος της μέσα σ’ ένα σπίτι στη μέση του πουθενά.
 
Οι άνθρωποι, μελλοθάνατοι, και η δυστοπική πραγματικότητα, ρεαλισμός σε
αποσύνθεση που εκβάλλει μέσα στο όνειρο. Ήττα και απόγνωση. Θυσία. Αν
ποτίζεις ένα ξερό δέντρο με φροντίδα για καιρό, μπορεί κάποια στιγμή να
πετάξει πράσινα φυλλαράκια. Κι αν πρόκειται για θαύμα, η πίστη στο θαύμα
(βαθιά μέσα μας) θα είναι πάντα η αχίλλειος πτέρνα του ορθολογικού
μηδενισμού. 
 
Το σπίτι του Προμηθέα, ωστόσο, δεν μένει ακίνητο. Μετακινείται από τους
ηθοποιούς, περιστρέφεται, ανοίγει και κλείνει (θυμίζοντας συμπληγάδες: ναι,
το σπίτι δεν είναι πάντα καταφύγιο, μπορεί να συντρίψει), παραλλάσσοντας
κάθε τόσο την οπτική γωνία, εστιάζοντας σε διαφορετικά σημεία του χώρου ή
αποκρύβοντας κάποια πρόσωπα ώστε να ακούμε μόνο τη φωνή τους.
 
Έτσι, στην αρχή της αφήγησης του μύθου, ακόμα κι αν δεν βλέπουμε τον Γιάννη
Κότσιφα/ Ήφαιστο να καρφώνει τον Προμηθέα, υπακούοντας στις εντολές του
Κράτους (Χρήστος Λούλης), ο λόγος του φτάνει σπαρακτικός στην πλατεία.
Είναι, νομίζω, η καλύτερη ερμηνεία της μέχρι στιγμής θεατρικής του πορείας
– και είναι εξίσου καλός και αργότερα, όταν αναλαμβάνει τον Ωκεανό.
 
Κατανοώ όσους θα πουν ότι η σχέση με την τραγωδία του Αισχύλου δεν είναι
σαφής, ότι όποιος δεν την έχει διαβάσει, δεν την έχει δει ξανά σε «πιστή»
σκηνική απόδοση ή δεν τη θυμάται, παρακολουθεί απορώντας. Ωστόσο και
στους Όρνιθες (2016), την πρώτη παράστασή του πάνω σε έργο του αρχαίου
δράματος, και τώρα στον Προμηθέα, ο Νίκος Καραθάνος έχει αφήσει πίσω του
–αν ασχολήθηκε ποτέ– θεωρητικά ζητήματα περί «αναγνωρισιμότητας» της
δραματικής κατάστασης και των προσώπων που τη διαμορφώνουν. Πόσο μάλλον που
στον Προμηθέα Δεσμώτη, περισσότερο απ’ ό,τι στις άλλες τραγωδίες, τα
πρόσωπα δρουν μόνο μέσω του λόγου. Και καθώς ο λόγος της τραγωδίας (ως προς
το πραγματολογικό περιεχόμενο αλλά και τα μορφικά στοιχεία) βρίσκεται σε
κόντρα με την κοινή, καθημερινή εμπειρία, αποκλείεται το ενδεχόμενο
ταύτισης με τα δικά μας βιώματα.
 
Είναι αυτό που λέει ο John Gould (Aρχαία ελληνική τραγωδία και τελετουργία,
ΜΙΕΤ, 2018), ο τραγικός ήρωας δεν μπορεί να είναι «ρεαλιστικός», μόνο
«ποιητικός», ακριβώς διότι είναι πάντα επινοημένος – η αναγνωρισιμότητα δεν
μπορεί παρά να αφορά «το έργο ως όλον, τη μεταφορική εξεικόνιση της
τρέχουσας τάξης πραγμάτων στο πλαίσιο της ανθρώπινης εμπειρίας».
 

Νίκος Καραθάνος (Προμηθέας) και Χρήστος Λούλης (Ερμής). Φωτ.: Ανδρέας
Σιμόπουλος

 
Ο Νίκος Καραθάνος (μαζί με τον Γιάννη Αστερή, που συνυπογράφει τη διασκευή)
αυτό πετυχαίνει στον Προμηθέα: ως μύστης, μεταγγίζει στο κοινό την ποιητική
ουσία της τραγωδίας, που συμπίπτει με την ποιητική διάσταση της ύπαρξης.
Την ίδια στιγμή, επειδή γνωρίζει ότι ταυτότητά μας είναι η γλώσσα μας,
δοξάζει τη γλώσσα και το ήθος που έχει εγγραφεί μέσα της, μέσα μας, σαν
κληρονομική μνήμη.
 

ΘΕΑΤΡΟ
Νίκος Καραθάνος: «Με όλα αυτά, που είναι ζωή, γελάς»
17.09.2021

Ακούγοντας τα δεινά που προφητεύει ο Προμηθέας στην Ιώ (Γαλήνη
Χατζηπασχάλη), μόνοι οι δυο τους μέσα στη νύχτα, καθισμένοι σε καρέκλες,
αλλά δίνοντας την εντύπωση ότι αιωρούνται, καθώς πυκνός καπνός καλύπτει το
κάτω επίπεδο της σκηνής, σκέφτεσαι από πόσο μακριά φτάνουν αυτές οι λέξεις,
πόσοι ραψωδοί (που με τις ιστορίες τους παρηγορούσαν τους αρχαίους
ανθρώπους) βρίσκονται πίσω από τους στίχους του Αισχύλου, και η συγκίνηση
προκύπτει ατόφια. 
 
Κι επειδή η γλώσσα «φέρει» και τον τόπο στον οποίο μιλήθηκε και μιλιέται,
μία από τις πιο συγκινητικές σκηνές της παράστασης είναι η «επική» λίστα με
τα βουνά και τα ποτάμια της χώρας μας (μόνο στο άκουσμά τους, κάτι
συμβαίνει, σαν τη δόνηση που προκαλεί η δημοτική ποίηση) και ο χαιρετισμός
του Καραθάνου σε ανθρώπους (ζωντανούς και πεθαμένους) με τους οποίους κάπως
συνδέθηκε. Τα ονόματά τους είναι σαν λεκτικές χοές στο πένθος της ύπαρξης.
 
Τελευταία στη σειρά, στη δημόσια τελετή της παράστασης, αποχαιρετά την Έλλη
Παπαγεωργακοπούλου, τη σκηνογράφο και ενδυματολόγο που έφυγε από τη ζωή τον
περασμένο Απρίλιο, συνεργάτιδά του στην Γκόλφω, στον Βυσσινόκηπο και
στους Όρνιθες: «Μα πάνω απ’ όλα χαιρετήστε μου την Έλλη, τη χρυσοχέρα, που
έβγαζε απ’ τη στάχτη πρόσφορο και από το ξίδι μύρο!».
 

Ακούγοντας τα δεινά που προφητεύει ο Προμηθέας στην Ιώ, μόνοι οι δυο τους
μέσα στη νύχτα, καθισμένοι σε καρέκλες, αλλά δίνοντας την εντύπωση ότι
αιωρούνται, καθώς πυκνός καπνός καλύπτει το κάτω επίπεδο της σκηνής,
σκέφτεσαι από πόσο μακριά φτάνουν αυτές οι λέξεις, πόσοι ραψωδοί βρίσκονται
πίσω από τους στίχους του Αισχύλου, και η συγκίνηση προκύπτει ατόφια. Φωτ.:
Ανδρέας Σιμόπουλος

 
Δεν είναι τα μόνα εμβόλιμα στη διασκευή της αισχυλικής τραγωδίας από τον
Γιάννη Αστερή και τον Νίκο Καραθάνο. Τουλάχιστον μία ακόμα στιγμή συγκινεί
βαθιά, με την απόγνωση που μεταφέρει: όταν η φωνή της Γαλήνης Χατζηπασχάλη
ακούγεται να λέει προς τον Προμηθέα του μύθου, που έσωσε τους ανθρώπους,
δίνοντάς τους τη φωτιά, «τυφλές ελπίδες» και ένα πλήθος αναγκαίων για την
επιβίωσή τους γνώσεων: «Δεν θέλω άλλο να μαθαίνω, δεν θέλω να ξέρω, πάρ’ τα
πίσω αυτά που μου έμαθες!».
 
Η έξοχη μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου (μουσική της ανάσας, που
βασίζεται στον ήχο των πνευστών, σε τρομπέτα, κόρνο, τρομπόνι και τούμπα)
δεν παρακολουθεί μόνο, αλλά συμπληρώνει οργανικά τον λόγο, αποτελώντας
καθοριστικό στοιχείο της σκηνικής δράσης. Ένα επίπεδο κάτω από τη σκηνή,
μαζί με το σύνολο των μουσικών, ο συνθέτης παίζει και τραγουδά, έχοντας
δίπλα του τον Γιώργο Πούλιο, που διαμορφώνει επί τόπου το επίσης βασικό για
την ατμόσφαιρα της παράστασης ηλεκτρονικό ηχοτοπίο. Μπράβο και στους δύο.
 
Κι αν έλειψε από τον Προμηθέα του Καραθάνου το πολιτικό μήνυμα του
αισχυλικού Προμηθέα Δεσμώτη, δεν πειράζει. Ένα είδος πολιτικής αντίστασης
στις μαυλιστικές/αυταρχικές εξουσίες είναι η άσκηση στην εσωτερική
ελευθερία.