«ΣΙΧΤΙΡ ΕΥΡΩ, ΜΠΟΥΝΤΡΟΥΜ ΔΡΑΧΜΗ, ΘΑ ΠΕΙΣ ΚΙ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ». Ενας Μονόλογος
γραμμένος από τον Βασίλη Παπαβασιλείου, σε Σκηνοθεσία και Ερμηνεία του
ίδιου, στο Θέατρο Τέχνης της οδού Φρυνίχου
Ο Βασίλης Παπαβασιλείου ή Φωκίων Καπνίδης, είναι τρόφιμος του ΑΑΨΟΥ (Άσυλο
Ανιάτως Ψεκασθέντων Ολικής Υστερήσεως). Κατέκτησε την πρώτη θέση στον
διαγωνισμό για τον «Τρόφιμο της Χρονιάς» καθώς αυτοαναγορεύτηκε «ο Νεκρός
της Αμφιπόλεως» και έκτοτε επιδεικνύει ανάλογη διαγωγή.
Δίνει την καθημερινή διάλεξη που αναλαμβάνει κάθε χρόνο ο «Τρόφιμος της
Χρονιάς» μπροστά σε ένα ακροατήριο που αποτελείται από τους άλλους
τροφίμους, συγγενείς και φίλους καθώς και από το ιατρικό, νοσηλευτικό κτλ.
προσωπικό του ιδρύματος. Δηλαδή όλους εμάς.
Τι συμβαίνει λοιπόν όταν ένας διανοούμενος του θεάτρου (γιατί αυτός είναι ο
τελικός τίτλος του Βασίλη Παπαβασιλείου), φλερτάρει με το επιθεωρησιακό
νούμερο ή τον θεατρικό μονόλογο, όπως τον υπηρέτησαν κλασικοί συγγραφείς
και μεγάλοι ηθοποιοί;
Το πρώτο είναι ότι απολαμβάνεις έναν ηθοποιό που βρίσκεται σε ιερή τρέλα
και σε παρασέρνει στον κόσμο του μυαλού του, που παίρνει ιδιόμορφες
στροφές, όπως γυρίζουν και τα μάτια του, όπως εμφανίζεται με τη ματωμένη
λευκή νοσοκομειακή μπλούζα για να μας ιστορίσει το πώς εκλαμβάνει αυτός την
κρίση ή την «καταστροφή» που υφίσταται σήμερα η Ελλάδα, αλλά κυρίως ο ίδιος
ο Ελληνας. Και μπορεί να παίρνει λαβή από την πιο βαθειά επικαιρότητα, το
ηρωικό καλοκαίρι του ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ, μπορεί να είναι έξαλλος με την
πολιτική τάξη και την «μεταλλαγμένη αριστερά», μπορεί να θυμάται τον Ανδρέα
Παπανδρέου ακόμα και τον Ελγιν ή τον Γιούνκερ, αλλά δεν μπορεί να ξεφύγει
από τη σκέψη του Αισχύλου και του Χειμωνά, από τους «αιώνιους νεκρούς» που
είναι οι μόνοι που δεν φοβούνται τον θάνατο, για να ενσκήψει τελικά στην
ιδιοσυγκρασία του Ελληνα και τα οικεία κακά.
Μπορεί να είναι και άδικος μαζί του όταν λέει «η πολύ Ελλάδα βλάπτει», ή
«είμαστε Ελληνες και ως εκ τούτου αδύνατον να είμαστε σοβαροί», ή όταν
παίζει κι αυτός με τους «ψεκασμένους», όμως η επίκληση του ιερού χώρου του
Κεραμικού που υπενθυμίζει, μοιάζει να μας καλεί να τα σκεφτούμε όλα
βαθύτερα.
Περισσότερο απ’ όλα είναι η δική του παρουσία που δικαιώνει τις αμήχανες
πολλές φορές σκέψεις του.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ