ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ
«ΣΟΝΙΑ» δραματοποιημένο διήγημα από τη συλλογή της Τατιάνας Τόλσταγια
«Λευκοί τοίχοι», σε Σκηνοθεσία Αλβις Χερμάνις από το Νέο Θέατρο της Ρίγας
Δύο διαρρήκτες της συφοράς εισβάλλουν σε ένα σπίτι, αφημένο σαν η νοικοκυρά
του να έφυγε βιαστικά, ίσως για να πεταχτεί μέχρι το μπακάλη.
Παλιομοδίτικο, ζεστό, έτοιμο να σ’ αγκαλιάσει. Οι δύο φτωχοδιάβολοι
αρχίζουν να ψαχουλεύουν το ψυγείο, το φούρνο, τα συρτάρια, τις ντουλάπες,
τη σερβάντα, τα φωτογραφικά άλμπουμ. Και ξαφνικά απ’ όλα αυτά τα
αντικείμενα της καθημερινής ζωής ξεπροβάλλει η παλιά ζωή μιας Σόνιας.
Σταδιακά ο ένας από τους διαρρήκτες θα «ενδυθεί τη Σόνια» και ο άλλος θα
μας αφηγηθεί την ιστορία της. Μιας Σόνιας άσχημης γεροντοκόρης που όλη η
ομορφιά της κρύβεται στα άξια χέρια της, που μαγειρεύουν υπέροχα και ράβουν
όμορφα αλλά αταίριαστα ρούχα, στην ευαίσθητη καρδιά της που αγαπά τα παιδιά
και που η ανέραστη ζωή της παίρνει νόημα με μια ατέλειωτη ερωτική
αλληλογραφία , που της στήνουν ως κακόγουστη φάρσα οι «άλλοι» οι όμορφοι
και κοινωνικά αποδεκτοί, παρότι στο τέλος πέφτουν οι ίδιοι στην παγίδα που
έστησαν. Το ερωτικό ραντεβού της με το φανταστικό εραστή είναι κάθε βράδυ
στ’ αστέρια και η Σόνια δεν θα λείψει ποτέ. Το τέλος της ιστορίας της θα
γραφτεί ένα παγωμένο βράδυ στο πολιορκημένο από τους Γερμανούς Λένιγκραντ,
όταν θ’ αποφασίσει να βγει έξω για να συναντήσει αυτόν τον «άγνωστο»,
παίρνοντας μαζί της την τελευταία κονσέρβα ντομάτας που φύλαγε ως θησαυρό
για να τον ταϊσει.
Ετσι λοιπόν, ήρεμα, σχεδόν σιωπηλά, σαν σε βωβό κινηματογράφο με τον
πιανίστα να έχει αντικατασταθεί από το παλιό γραμμόφωνο, με μια
νατουραλίστικη φαινομενικά αισθητική (μου θύμισε έντονα το Λευτέρη
Βογιατζή) που έπαιζε με το μελόδραμα, το μπρουλέσκ αλλά υπόγεια έναν
εφιαλτικό Μπέκετ, ήλθαμε αντιμέτωποι με το φόβο των πραγμάτων. Αυτά που
ζουν μετά από μας και ουσιαστικά είναι τα ίχνη από το πέρασμά μας σ’ αυτή
τη ζωή.
Ο σιωπηλός Γκούνταρς Άμπολινς επιτυγχάνει ένα δίωρο υποκριτικό ρεσιτάλ,
πλάι στον εξ ίσου σπουδαίο Γιεβγένι Ισάγιεβς.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ