Στο μπαρ των χαμένων ψυχών.doc’09

ΣΤΟ ΜΠΑΡ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΨΥΧΩΝ

Εν μέσω προεκλογικής περιόδου και ενώ οι καλοκαιρινές φεστιβαλικές
παραστάσεις συνέχιζαν να εμφανίζονται στα ανοιχτά θέατρα του λεκανοπεδίου,
μια παράσταση στο Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας μας κίνησε το ενδιαφέρον. Για
πέντε μέρες κυρίως νέοι ηθοποιοί από τρεις διαφορετικές χώρες και θεατρικές
ομάδες, την Ελλάδα (Εθνικό Θέατρο), τη Βρετανία (θεατρική ομάδα Imitating
the dog) και την Κύπρο (Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου) στο πλαίσιο του Creative
Collaboration Project του British Council και υπό την σκηνοθεσία του
Αντριου Κουίκ, μας παρουσίασαν «το μπαρ των χαμένων ψυχών», μια
ατμοσφαιρική παράσταση που συνδίαζε τη χρήση μοντέρνων τεχνολογιών με
αφηγηματικές και σωματικές τεχνικές.
Ο σκηνοθέτης εξ αρχής μας κάλεσε να παρακολουθήσουμε μια «ανοιχτή πρόβα» ,
μια παράσταση που συνέχιζε να εξελίσσεται.
Το Μπαρ των Χαμένων Ψυχών βρίσκεται σε μια προκυμαία και εκεί συχνάζουν οι
γνωστοι άνθρωποι του περιθωρίου. Πόρνες, δολοφόνοι, αστυνομικοί, δικαστές,
μικροεγκληματίες, ανθρώπινα ράκη. Σ’ αυτό το ζοφερό περιβάλλον με τον
μολυσμένο αέρα και τους ήχους τραγουδιών που επιμένει να τραγουδά ο αιώνιος
πιανίστας, ένας ετοιμοθάνατος άνθρωπος θα παρακαλέσει τον μοναδικό του φίλο
να επιστρέψει για να διορθώσει ένα φοβερό λάθος του παρελθόντος.
Μια ιστορία για την αδυναμία της ανθρώπινης ψυχής, για τον έρωτα και το
έγκλημα, αλλά πάνω απ όλα για την επιθυμία λύτρωσης.
Ο ίδιος ο χώρος δεν σηματοδοτεί τίποτε άλλο παρά το ρημαγμένο ψυχικό τοπίο
όλων όσους θεωρούμε παρίες της κοινωνίας αλλά κατά κάποιον περίεργο τρόπο
ταυτόχρονα έμοιαζε να μας αφορά όλους.
Σ’ ένα μελαγχολικό κλίμα με τη φωνή του πρωταγωνιστή να παραπέμπει στον ήχο
του επιθανάτιου ρόγχου και το εξαιρετικό εύρημα το πρόσωπό του να
προβάλλεται μέσω βίντεο σε ένα ομοίωμα ξαπλωμένου σε κρεβάττι ακίνητου
ανθρώπινου σώματος , η παράσταση διέθετε την ένταση μιας επιθανάτιας
αγωνίας που σου δημιουργούσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Το σκηνικό
πρωταγωνιστούσε, αλλάζοντας και μετακινούμενο διαρκώς μαζί με τους
ηθοποιούς που εμφανίζονταν έτσι σαν να ακολουθούσαν το ευμετάβλητο των
επιθυμιών τους.