ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΑΣ ΤΣΙΡΚΟ”12

«ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΑΣ ΤΣΙΡΚΟ» του Ιάκωβου Καμπανέλλη σε Σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη
και μουσική Σταύρου Ξαρχάκου, από το ΚΘΒΕ σε συμπαραγωγή με το θέατρο
ΑΚΡΟΠΟΛ.

Δεν υπάρχει θεατρικό έργο που να είναι περισσότερο γνωστό στην
μεταπολιτευτική Ελλάδα, από το «Μεγάλο μας Τσίρκο». Το γνωρίζει ολόκληρη η
γενιά της Δικτατορίας, του Πολυτεχνείου και της Μεταπολίτευσης. Το
γνωρίζουν ακόμα και αυτοί που δεν το είδαν εν μέσω χούντας, παρ’ότι το έργο
δεν ξαναπαίχτηκε έκτοτε από κανέναν επαγγελματικό θίασο έως σήμερα . Η
παράσταση του έργου στο «Αθήναιον» το καλοκαίρι του 1973 και η επανάληψή
του στο «Ακροπόλ» από τον Οκτώβρη 1973 έως το Μάη του 1974 καθώς και οι
περιοδείες του το καλοκαίρι του 1975 στην επαρχία (όπου το παρακολούθησα κι
εγώ μαθήτρια ούσα στο «Πάνθεον» της Πάτρας), πέρασε στο χώρο του μύθου. Ο
Κώστας Καζάκος, η Τζένη Καρέζη, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος και η αθάνατη
φωνή του Νίκου Ξυλούρη, η μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου και το κείμενο του
Καμπανέλλη, ενός συγγραφέα που έφερε όλο το ήθος της μεταπολεμικής γενιάς,
δημιούργησαν εκείνα τα σπάνια συμβάντα που ξεπερνούν κατά πολύ την έννοια
του καλλιτεχνικού, εφόσον συνδιαλέγονται και συνάμα συγγράφουν ιστορία.
Εχει ήδη αναλυθεί αρκούντως από τους θεατρολόγους αυτή η ξεχωριστή
«ιστορική επιθεώρηση αξιών» κατά τον Β. Πούχνερ, που εμπλέκει θεατρικά είδη
και λαϊκές παραδόσεις, παρουσιάζει με κωμικοτραγικό ή και γκροτέσκο τρόπο
ιστορικά γεγονότα από το 1821, τη βασιλεία, την Ιερά συμμαχία, το Σύνταγμα
του 1843, τον χαμένο πόλεμο του 1897, το Βενιζέλο έως και την Εθνική
Αντίσταση, αναφερόμενο ακόμα και στην αρχαιότητα, όχι όμως γραμμικά, ούτε
ισοδύναμα. Στοχεύει στο θυμικό του Ελληνα αλλά με μπρεχτικό τρόπο, υπονοεί
καταστάσεις, υπονομεύει την εθνικιστική αντίληψη για την ιστορία του
γένους, στηλιτεύει μέσω της σάτιρας οικεία κακά, την ενσωμάτωση κοινωνικών
στρωμάτων στην κυρίαρχη κάθε φορά ιδεολογία, το σουσουδισμό, την
αναρρίχηση, την εκμετάλλευση της ίδιας της ιστορίας και των θυσιών του
ελληνικού λαού διαχρονικά, την παρέμβαση των ξένων δυνάμεων, τα δάνεια κλπ.
Φυσικά όλο αυτό γίνεται στο πλαίσιο της εποχής, ενώ η χούντα καταρρέει, οι
φοιτητές έχουν ήδη ξεσηκωθεί στη Νομική, ο Αγγελόπουλος έχει γυρίσει τις
«μέρες του ’36» και το «Θίασο», ενώ υπάρχει μια γενικότερη κινητοποίηση
στους χώρους των διανοουμένων – καλλιτεχνών.
Το βασικό στοιχείο επομένως του έργου πέραν από τις αρετές ή τις
πλημμέλειές του, είναι η εξεγερτικότητα που λόγω ακριβώς των παραπάνω
στοιχείων, συνέδεε τη σκηνή με την πλατεία. Σαν ένα ρεύμα που διαπερνούσε
τη «σκηνή» και το «κοίλον», δημιουργώντας έναν κοινό ψυχικό χώρο.
39 χρόνια μετά, στις παραστάσεις του ΚΘΒΕ, ο κόσμος συρρέει όπως τότε. Είχα
χρόνια να δω το κοινό να χειροκροτεί κάθε πέντε λεπτά, κάθε ατάκα του
έργου. Ενιωθα ότι οι άνθρωποι είχαν ανάγκη να επαναφέρουν στη μνήμη τους
εκείνη την εξεγερσιακή κατάσταση, ως νοσταλγία και έλλειψη. Τραγουδούσαν με
δάκρυα στα μάτια (όλες οι ηλικίες) «Λαέ μη σφίγγεις άλλο το ζωνάρι» και
«Στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες, ξυρίστηκαν οι Ελληνες μεσίτες», ως
αντίδραση στη συλλογική κοινωνική ενοχοποίηση που τους έχει επιβληθεί.
Δηλαδή για πρώτη φορά ένιωθαν κάποιον να τους παίρνει το μέρος.
Ηταν παράξενη η νύχτα στο Ηρώδειο αυτό το Σεπτέμβρη.
Ο Χατζάκης άφησε το έργο να μιλήσει ως είχε. Αφαιρώντας μόνο τις
επικαιρικές τότε αναφορές, δεν παρενέβη, δεν τόλμησε αλλαγές, προσαρμογές
και προσθήκες, ούτε σκηνοθετικές, ούτε στο περιεχόμενο. Από σεβασμό ή φόβο.
Χρησιμοποίησε βέβαια το κείμενο του «Μεγάλου μας Τσίρκου Νο 2». Ήτοι το
συμπληρωμένο μετά την πτώση της χούντας, κυρίως με το τραγούδι του τέλους
που μιλάει για την εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Το πιο δυνατό σημείο του έργου ήταν πάντα τα τραγούδια του και η ποίηση του
Καμπανέλλη. Ο Ζαχαρίας Καρούνης όχι μόνο εκτέλεσε σωστά τα τραγουδιστικά
μέρη, αλλά συνομίλησε στα ίσα με το Νίκο Ξυλούρη. Ο Τάσος Νούσιας έφτιαξε
έναν Ρωμιό νευρόσπαστο αξιοποιώντας την προσωπική του ερμηνευτικά γκάμα,
ίσως λίγο υπερβολικά, ενώ η Μαρία Ασλάνογλου, παρά τη γλυκιά της παρουσία,
δεν κατάφερε να βγάλει από τα βάθη της μνήμης μου εκείνη της Τζένης Καρέζη
όταν φώναζε «κάτι γίνεται τώρα» ή «Ορέστη απ’ το Βόλο». Βλέπετε «το σώμα
έχει μνήμη» αυτοτελή και το υποσυνείδητο λειτουργεί «άχρονα», όταν
ξαναφέρνει στην επιφάνεια συναισθήματα παλιά, ανασύροντας το χαμένο χρόνο.
Παρ’ όλα αυτά ο Γιώργος Αρμένης υπήρξε άξιος καραγκιόζης και Βυζαντινός
ζητιάνος, ξεκαρδιστικός όταν φοβόταν «μήπως μας διώξουν απ’ το Βυζάντιο»
και κυρίως ως Κολοκοτρώνης, ενώ η παρουσία του Σταύρου Ξαρχάκου μας
συγκίνησε όλους.
Εκείνη που δεν έδειξε να συγκινείται, ήταν η «κριτική» της έντυπης
δημοσιογραφίας, που στην απόλυτη αμηχανία της μπροστά στην λαϊκή αποδοχή
της παράστασης, ούτε λίγο ούτε πολύ κατηγόρησε τον Καμπανέλλη και το ΚΘΒΕ
για «λαϊκισμό»!!!
Μάλιστα «αριστερός» κατά τ’ άλλα δημοσιογράφος αναρωτήθηκε:
«Μα καλά μέσα σ’ όλο αυτό το κοινό που χειροκροτούσε και τραγούδαγε «λαέ
μη σφίγγεις άλλο το ζωνάρι», δεν υπήρχε κανένας υδραυλικός που δεν έκοβε
απόδειξη»;
Διότι ως γνωστόν αυτός φταίει που χρεοκόπησε η χώρα , επομένως δεν
δικαιούται ούτε να τραγουδάει, πολύ δε περισσότερο να κατηγορεί τις Μεγάλες
Δυνάμεις για τα Δάνεια της Ανεξαρτησίας, τη Βασιλεία για την εξάρτηση, τους
κοτσαμπάσηδες για το μοίρασμα της εθνικής λείας, τους δοσίλογους τις
κατοχής, ακόμα και τη χούντα για την δολοφονία των παιδιών του
Πολυτεχνείου!!!
Σα δε ντρέπονται…

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ