«ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΓΝΙΔΙΟΥ» του Σάμιουελ Μπέκετ, σε Σκηνοθεσία Λεωνίδα
Παπαδόπουλου, στο «Θέατρο ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ»
Εύστοχα το έργο του Μπέκετ συσχετίστηκε ως αξία με την αρχαία τραγωδία.
Μόνο που στην σύγχρονη τραγωδία ο Θεός απουσιάζει, έτσι η ύπαρξη δεν είναι
παρά ένα φιάσκο, ένα σφάλμα που γεννάει την ενοχή, το τραγικό πρόσωπο
αντιπροσωπεύει την εξιλέωση για το πρωταρχικό αμάρτημα. Το αμάρτημα ότι
γεννήθηκε.
Από κει και πέρα το πρόσωπο βιώνει το άγχος της φθοράς και του αναπότρεπτου
τέλους, την υπαρξιακή μοναξιά σ΄αυτήν την πορεία, την πικρή γνώση, ότι παρά
τις επί μέρους ανταρσίες, άλλη μοίρα δεν υπάρχει από την επιστροφή στο
μηδέν.
Ολος αυτός ο κόσμος του Μπέκετ, πρόσωπα σε εκκρεμότητα, στο όριο της
αποσύνθεσης, γέννημα της φιλοσοφικής σκέψης του 20ου αιώνα, αλλά κυρίως
της αίσθησης της απόλυτης δυστυχίας – του απόλυτου κακού που σημάδεψε τη
συνείδηση του κόσμου, μετά το οδυνηρό τέλος του Β’ Παγκόσμιου πολέμου,
ένας κόσμος ανδρεικέλων (με την αρχαία σημασία: ανδρί είκελα, δηλ.
ομοιώματα ανθρώπων), που τη φύση τους χαρακτηρίζει η αδυναμία να
συγκατοικήσουν με την ύπαρξη, να αποδεχτούν το παράλογο που τη
χαρακτηρίζει, εγκλωβισμένα σ’ αυτόν τον κλειστό κόσμο τους, προσπαθούν να
«επιβιώσουν» , παρότι τείνουν στην τελική τους εκμηδένιση. Αυτή η
«υπαρξιακή αγωνία» είναι και η τραγωδία του σύγχρονου ανθρώπου.
«Τέλος του παιγνιδιού» λοιπόν, ένα πολυσήμαντο ελλειπτικό έργο που
ακροβατεί ανάμεσα στο παράλογο και την καθημερινή κόλαση (μια άλλη εκδοχή
της Κόλασης του Δάντη;). Το τέλος έχει κριθεί αλλά ο Χαμ και ο Κλοβ
συνεχίζουν την ατέρμονη σχέση τους ως δούλος και αφέντης, ως γιος και
πατέρας, ενώ τίποτε δεν αλλάζει, τίποτε δεν γίνεται ορατό. Η αποξένωση και
η ψυχική κούραση, η ματαιότητα της κυκλικής ύπαρξής τους, η απόγνωση
καταδιώκουν τους ήρωες.
Ο Σκηνοθέτης της παράστασης σοφά έστησε τη σύγχρονη εκδοχή του έργου πάνω
στο πλάνο που ονομάζεται Κώστας Καζάκος.
Ο Καζάκος με το δικό του εκτόπισμα, «γειώνει» το έργο στο σήμερα,
επιστρατεύοντας την τραγική ειρωνεία ως σκηνική σκευή. Στον αστερισμό του
κινείται και ο Κλοβ του Κωνσταντίνου Καζάκου, καθώς και ο Γιώργος
Μωρόγιαννης στον Νταγκ. Η Νίνα Γιαννίδη όμως, με την αθωότητα μιας
γερασμένης κούκλας (πρώην γυναίκας), ξεπροβάλλει όχι απλά μέσα από τους
σκουπιδοτενεκέδες, αλλά μέσα από έναν δικό της Μπεκετικό κόσμο, αναδύοντας
μια ανυπόφορη τρυφερότητα.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ