«ΤΡΑΧΙΝΙΕΣ» του Σοφοκλή, από το Εθνικό Θέατρο, σε Σκηνοθεσία και Μετάφραση
Θωμά Μοσχόπουλου
Και οι δύο σωζόμενες τραγωδίες, «Ηρακλής Μαινόμενος» του Ευρυπίδη και
«Τραχίνιες» του Σοφοκλή που δομούνται γύρω από τον μυθικό ομηρικό ήρωα, τον
αντιμετωπίζουν ως εκπεσόντα και δομούν τη δράση τους γύρω από τα αρχέγονα
πάθη και τη μανική δύναμη που τον διακατέχει και στρέφεται τελικά κατά του
εαυτού του, των οικείων του ή αθώων, αντί απλά να υμνούν τον ημίθεο Ηρακλή
για τα κατορθώματά του. Φέρουν δηλαδή το θρύλο από το χώρο του έπους και
της προϊστορίας, εντός της ιστορίας, άρα και της έλλογης κοινωνίας.
Στις «Τραχίνιες» πρωταγωνιστεί ένας θηλυκός χορός από αφελή αρχικά
κοριτσόπουλα, που διαπραγματεύονται το συλλογικό μύθο και παρακολουθούν το
δράμα της βασίλισσάς τους, της Διηάνειρας (αέρινη και ποιητική φιγούρα η
Αννα Μάσχα) να προσπαθεί να ξανακερδίσει το σύζυγό της Ηρακλή από το πάθος
του για την αιχμάλωτη Ιόλη, σκοτώνοντάς τον άθελά της (;) και αυτοκτονώντας
στη συνέχεια. Αυτή η γυναικεία μικροκοινωνία είναι που αναλαμβάνει και στο
τέλος της τραγωδίας να δώσει το μήνυμα μιας νέας ισορροπίας που θα επέλθει
μέσω της ένωσης των σωμάτων του Υλλου, γιού του Ηρακλή (Θάνος Τοκάκης) και
της Ιόλης (Ελένη Μπούκλη) της αιχμάλωτης σκλάβας που για χάρη της ο Ηρακλής
κατέστρεψε την πόλη της και σκότωσε τους δικούς της.
Ο Μοσχόπουλος έμπειρος σκηνοθέτης και αισθητικά κατηρτισμένος, δόμησε το
σκοτεινό στον πυρήνα του έργο , προβάλλοντας το ρόλο του χορού, δένοντας
λειτουργικά το λόγο, το μέλος και την όρχηση, παραδίδοντας σε μας μια
νυκτερινή παράσταση (αρχικά μισοφωτισμένη από καντηλάκια) που βγαίνει στο
τέλος στο σκληρό φως της ημέρας άρα και της νέας γνώσης. Στο δεύτερο μέρος
τόλμησε να φέρει στο προσκήνιο έναν γιγάντιο οργισμένο Ηρακλή (Αργύρης
Ξάφης) που η αιματοβαμμένη παρουσία του παρωδούσε τον ίδιο του το μύθο αλλά
ερχόταν σε αντίθεση με την ποιητικότητα του πρώτου μέρους, αφήνοντάς μας
ένα κενό ως προς την αισθητική στόχευση της επιλογής.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΊΤΟΥ ΟΛΓΑ