Τα ορφανά’10

“Τα ορφανά» του Ντένις Κέλι, σε Μετάφραση Κοραλλίας Σωτηριάδου και
Σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, στο Θέατρο του Ν. Κόσμου

Ο Ντένις Κέλυ είναι ένας συγγραφέας που διδάχθηκε τη θεατρική γραφή στο
δρόμο και όχι σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Συνομιλεί λοιπόν με τους
ανθρώπους των δρόμων των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, των αφιλόξενων για τους
φτωχούς ιθαγενείς πόσο μάλλον για τους μετανάστες. Φτωχοί, περιθωριακοί,
ίσως «κλινικές» περιπτώσεις διαταραγμένων ψυχικά ανθρώπων, που συμπυκνώνουν
όμως στην ουσία και εκφράζουν ακατέργαστα ό,τι στοιχειώνει το μυαλό και των
άλλων, των ενταγμένων στο σύστημα, των επισφαλών μικροαστών, αυτών που ζουν
με το φόβο ότι μια λεπτή κλωστή τους χωρίζει από κεί δηλαδή το δρόμο και το
περιθώριο.
Ολοι είναι το ίδιο ικανοί να φτάσουν στο βασανισμό του άλλου και το φόνο.
Απλά και μόνο από φόβο. Φτωχοί κατά απελπισμένων λοιπόν. Μιλάμε για τους
δρόμους του Λονδίνου, ή της Πατησίων;
Ρεαλιστικό αστικό δράμα, κλασσικό στη δομή και τη φόρμα του. Μικροαστικό
ζευγάρι απολαμβάνει εορταστικό γεύμα επί τη ελεύσει του δευτέρου παιδιού
τους, όταν εισβάλλει ο μοιραίος τρίτος, το άτομο που θα διαλύσει την
επισφαλή ισορροπία του ζεύγους και θα τινάξει στον αέρα την ευτυχία του
κανονικού, μέσου ανθρώπου και την ετοιμόρροπη οικογενειακή του φωλιά.
Πρόκειται για το αδερφό της συζύγου που εισέρχεται στη σκηνή με
αιματοβαμμένη μπλούζα. Από αυτό το σημείο και μετά ξεφλουδίζεται λίγο –
λίγο όχι μόνο η έξω «πραγματικότητα» των ηρώων, αλλά κυρίως η εσωτερική
τους δομή, δηλαδή ο ψυχισμός τους. Την αποδόμηση των συνεκτικών τους
στοιχείων θ’ ακολουθήσει μία νέα πιο βιώσιμη δομή, μια ζωή πιο αληθινή,
απαλλαγμένη από τον τρόμο του άλλου; Όλα παραμένουν ανοιχτά σαν ανοιχτή
πληγή.
Η σκληρή ποίηση του δρόμου εκφράζεται με αντίστοιχη γλώσσα. Πυρετική,
κοφτή, με εννοιολογικά κενά, μη ορισμένη, χωρίς διαύγεια σαν το θολωμένο
μυαλό, με εκφράσεις που μένουν στη μέση, ένας λόγος τραύλισμα, ανάπηρος
λόγος ψυχικά ακρωτηριασμένων ανθρώπων που μου θύμισε έντονα το σε «Φιλώ
στη Μούρη» του δικού μας Γιώργου Διαλεγμένου
Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος συνεχίζει την παράδοση του «Σφαγείου, επιμένοντας
να ξορκίζει με τα σκληρά αυτά έργα την σκληρότητα της συγκυρίας.
Σκηνοθέτησε λοιπόν το έργο ως χειρουργός σε ανατομείο, σε έναν αντίστοιχο
σκηνικό χώρο, σχεδόν άδειο , στο χρώμα του λευκού που έστησε η Μαργαρίτα
Χατζηιωάννου.
Οι τρεις νέοι ηθοποιοί, αποτελούν διαμαντάκια της γενιάς τους. Η Μαρία
Κίτσου υπερασπίζεται με προσόντα δικολάβου την Ελεν της και ο Ομηρος
Πουλάκης αποδίδει ακριβώς την τραυματική φιγούρα του τραυλίζοντα
εγκληματία Λίαμ, ενώ ο Μιχάλης Οικονόμου ερμηνεύει τον αμήχανο μικροαστό
Ντάνι με την αμφισημία που απαιτεί ο ρόλος του.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ