«ΦΑΟΥΣΤ» του Γκαίτε, σε Μετάφραση Σπύρου Ευαγγελάτου , Σκηνοθεσία
Κατερίνας Ευαγγελάτου, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
Αν θεωρήσουμε ότι ο μύθος του Φάουστ αντανακλά τη μετάβαση από τον μεσαίωνα
στην αναγέννηση, τότε μπορούμε να αναγνωρίσουμε σ’ αυτό το έργο, την είσοδο
στο νεωτερικό θέατρο. Θεμελιακό κείμενο για όλη τη νεότερη ευρωπαϊκή
λογοτεχνία και προπομπός των σκηνικών επιτευγμάτων του 20ου αι., συνεχίζει
να αποτελεί και σήμερα πρόκληση για κάθε δημιουργό.
Στον Φάουστ ενυπάρχουν δύο βασικές συγκρούσεις. Μία θεολογικής και ηθικής
τάξης (το καλό και το κακό) και μία φιλοσοφική εφόσον μάλλον ο Γκαίτε
συμφωνούσε με την συνθετική πρόταση του Καντ περί της «κριτικής
λογοκρατίας», σύμφωνα με την οποία «έννοιες ανεξάρτητες από τα αισθητικά
δεδομένα της εμπειρίας είναι άδειες και παραστάσεις της εμπειρίας χωρίς
έννοιες του νου, είναι τυφλές».
Όμως το πρόβλημα του Φάουστ είναι κυρίως «υπαρξιακό». Θέλει να «αγγίξει» με
τις αισθήσεις του ό,τι αποτελεί «ζωή». Τις ηδονές και των «γεγονότων την
ορμή».
Οι μεσαιωνικοί αλχημιστές και ο συμβολισμός της νεότητας ως συνεκδοχή του
Αφθαρτου και τέλειου πλατωνικού κόσμου των ιδεών, αποτελούν τη μαγιά που
φουσκώνει την απέραντη επιθυμία για «γεύση του απόλυτου». Αυτά του
προσφέρει ο Μεφιστοφελής, με αντάλλαγμα την ψυχή του. Το ταξίδι ξεκινά με
μαγικό τρόπο αλλά τελειώνει με συντριβή και πόνο: την τρέλα και την
επικείμενη εκτέλεση της αθώας Μαργαρίτας που ο Φάουστ διέφθειρε κι
εγκατέλειψε. Ετσι τελειώνει το πρώτο μέρος του έργου που σκηνοθέτησε η
Κατερίνα Ευαγγελάτου, θεωρώντας τον Μεφιστοφελή ως το alter ego του Φάουστ.
Ολα ενυπάρχουν μέσα μας. Παλεύουμε με τους δικούς μας δαίμονες.
Παρότι αυτό το έργο θα ταίριαζε σε έναν μεγάλης ηλικίας σκηνοθέτη (ώστε το
καταστάλαγμα της δικής του γνώσης να μας φωτίσει περισσότερο), η νεαρή
σκηνοθέτης προέταξε το διανοητικό χάος μιας αμήχανης και αντιπνευματικής
εποχής. Μια παράσταση σαν heavy metal όπερα με αλληλοσπαρασσόμενα σώματα.
Με τον Νίκο Κουρή στο ρόλο του Φάουστ, στον Μεφιστοφελή τον Αργύρη
Πανταζάρα και 30 σπουδαστές να δημιουργούν τη βαλπούργια νύχτα , μας
μετέφερε με σκηνική επάρκεια το ζόφο της ύπαρξης και όχι την επικίνδυνη
περιπέτεια της γνώσης. Το στοίχημα όμως κερδήθηκε.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ