ALTERAPARS04

«ΔΙΑΛΟΓΟΣ» και «Ο ΚΟΡΜΟΡΑΝΟΣ»
Της Ναταλίας Γκίνσμπουργκ
Σε Μετάφραση και Σκηνοθεσία Πέτρου Νάκου
Από το θέατρο «ALTERA PARS»

Η Ναταλία Γκίνσμπουργκ ανήκει σε κείνη την «αντιφασιστική» γενιά συγγραφέων
που σημάδεψε τον 20ο αιώνα με την ανθρωποκεντρική φιλοσοφία της. Ο
«μαρξιστικός ανθρωπισμός» της έβλεπε το άτομο ως ολιστική προσωπικότητα,
διαμορφωμένη τόσο από τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής, όσο και από τις
ιδιαίτερες ψυχολογικές ανάγκες του κάθε ατόμου ξεχωριστά. Δεν ανήκε στις
φεμινίστριες, ούτε έγραφε «γυναικεία λογοτεχνία». Μιλούσε για τον «άνθρωπο»
θυλικού ή αρσενικού γένους. Στα δύο μονόπρακτα που παρακολουθήσαμε, παρότι
προσεγγίζει τις σχέσεις των δύο φύλων με τρυφερότητα , πρωταγωνίστριά της
είναι ουσιαστικά η γυναίκα. Αυτήν γνωρίζει περισσότερο, το δικό της
τρεμάμενο βήμα να υπάρξει ως αυτόνομη προσωπικότητα περιγράφει,
μινιμαλιστικά μεν, αλλά σε βάθος.
Ο «Διάλογος» γράφτηκε το 1970. Δύο χρόνια μετά τον περίφημο Μάη του 1968
που έφερε ως σύνθημα «την φαντασία στην εξουσία». Και το ερώτημα είναι:
Αλλαξαν οι ζωές των ανθρώπων;
Ο «Κορμοράνος» γράφτηκε το 1991, λίγο πριν το θάνατο της συγγραφέως. Η
πτώση του τείχους του Βερολίνου έγραψε το τέλος του ψυχρού πολέμου και της
ιστορίας, είπαν μερικοί.
Αλλαξαν οι ζωές των ανθρώπων;
Ο Φραντσέσκο και η Μάρτα του «Διαλόγου» και ο Ντάριο με την Φιορέλλα του
«Κορμοράνου», είναι απλά ζευγάρια της εποχής τους. Τα είκοσι χρόνια που
μεσολάβησαν δεν άλλαξαν και πολλά στις σχέσεις ανδρών και γυναικών. Τα ίδια
τρεμάμενα βήματα, το ίδιο «σύνδρομο της Σταχτοπούτας», οι ίδιες ρωγμές στις
σχέσεις και τις ψυχές των ανθρώπων. Δεν είναι τυχαίο που η Γκίνσμπουργκ
βάζει τους άνδρες να είναι διανοούμενοι (συγγραφείς, δημοσιογράφοι) και τις
γυναίκες να γυρνούν γύρω τους, ετερόφωτες λες και διψασμένες για αγάπη. Η
επάρκεια και σταθερότητα των ανδρών εμφανίζεται σαθρή και οι ψευδαισθήσεις
των γυναικών παραμένουν εσαεί. Ολοι τους είναι ανικανοποίητοι, μη δεχόμενοι
την πραγματικότητα όπως είναι και κυρίως δίνοντας μάχες σε λάθος πεδίο. Το
μόνο που τους διαφοροποιεί είναι που οι γυναίκες τουλάχιστον αναγνωρίζουν
τις συναισθηματικές τους ελλείψεις, ενώ οι άνδρες εθελοτυφλούν ότι δήθεν
έχουν τον έλεγχο. Επηρεασμένη σαφώς η συγγραφέας από τον «ιταλικό
νεορεαλισμό», αφήνει την ποίηση να κάνει την περισσότερη δουλειά και να
μετατρέπει την απλή καθημερινότητα σε έργο τέχνης.
Ο σκηνοθέτης είδε τις γυναίκες της Γκίνσμπουργκ ως «δραστήριες» και
«δυναμικές», έτσι τουλάχιστον τις περιγράφει στο προλογικό του σημείωμα.
Ευτυχώς η Μίνα Χειμώνα δεν ακολούθησε αυτόν τον δρόμο. Εδειξε περισσότερο
εκείνο το τρεμάμενο βήμα τους, την απελπισία τους μπροστά στην απώλεια και
την γήινη παραδοχή τους ότι είναι πλάσματα διψασμένα για αγάπη και
φροντίδα.
Ο Κώστας Τερζάκης, κυρίως στο «Διάλογο», έπλασε έναν δύσκαμπτο και
μονοσήμαντα εξωστρεφή Φραντζέσκο, αντί ν’ ακολουθήσει ερμηνευτικά τις
εσωτερικές του μεταπτώσεις. Αντίθετα στον «Κορμοράνο» στάθηκε καλύτερα στο
ρόλο του Ντάριο.
Γενικά η σκηνοθεσία έδεσε αρμονικά τα δύο μονόπρακτα, δημιουργώντας
ατμόσφαιρα που άφηνε την υπόγειες ποιητικές υπερβάσεις της συγγραφέως να
κυκλοφορήσουν.

ΑΘΗΝΑ 8-6-04
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ