CINEMASCOPE’10

CINEMASCOPE (ένα ντοκιμαντέρ για το τέλος του κόσμου) από την ομάδα blitz
, σε Σκηνοθεσία – Δραματουργία από την ομάδα, στο ΒΙΟS στο πλαίσιο του
Φεστιβάλ Αθηνών

Δεν ξέρω αν το μουσικοθεατρικό κολάζ του Κριστόφ Μαρτάλερ «Μια μόνιμη
αποικία» που παρακολουθήσαμε πέρυσι, ενέπνευσε στην ευφάνταστη ομάδα blitz
τη νέα τους σκηνική φόρμα, ούτε άλλωστε θα είχε καμία σημασία, πέραν του
ότι δημιουργούνται ενδιαφέροντες συνειρμοί και συγκρίσεις.
Με εργαλεία τόσο από το cinema όσο και από το θέατρο, η ομάδα (Γιώργος
Βαλαής, Αγγελική Παπούλια και Χρήστος Πασσαλής) επανακαθορίζει όχι μόνο τη
σχέση σκηνής – πλατείας, αλλά κυρίως τον ίδιο τον περιορισμένο χώρο της
σκηνής, τον οποίο πετάει κυριολεκτικά στο «δρόμο».
Και εξηγούμαι: Το έργο ή καλύτερα το θέαμα, ή η περφόρμανς, βασίζεται στην
ψηφιακή πλατφόρμα Silent Sound Show, που επιτρέπει να συνυπάρχουν
ταυτόχρονα δύο διαφορετικά ηχητικά περιβάλλοντα, χωρίς να
αλληλοκαλύπτονται. Οι θεατές πίσω από την γυάλινη τζαμαρία, παρακολουθούν
τα τεκταινόμενα στο δρόμο και στο εσωτερικό του απέναντι κτηρίου, φορώντας
ακουστικά που μεταφέρουν μόνο στο αυτί του καθενός τα λόγια, τη μουσική, ή
τις σκέψεις των πρωταγωνιστών. Εν τω μεταξύ οι ηθοποιοί εμπλέκονται με τους
περαστικούς σε μια γοητευτική χορογραφία του δρόμου.
Οι ήρωες λοιπόν του cinemascope ζουν μαζί μας τις εννέα ημέρες πριν το
τέλος του κόσμου, ή του ανθρώπου (δεν γνωρίζουμε ακριβώς). Ετσι
μετατρεπόμαστε ομαδικά σε οφθαλμολάγνους ή παράνομους ωτακουστές της ζωής
των άλλων, κρυφοκοιτάζοντας από την κλειδαρότρυπα τα εσώτερα των ανθρώπων,
ενώ σταδιακά το ψύχος που καταλαμβάνει την πόλη, αρχίζει να πιάνει και την
δική μας ψυχή.
Ευαίσθητοι δέκτες οι νέοι καλλιτέχνες των καιρών, διαχειρίζονται ένα
αισχατολογικό θέμα, όχι έξω από την συναίσθηση της συγκυρίας που βοά για το
τέλος μιας εποχής, χωρίς ακόμα να έχει δείξει κάποια αισιόδοξη νέα αρχή,
αλλά μόνο τα δόντια του.
Η αίσθηση του τέλους οδηγεί τους ανθρώπους σε επανακαθορισμούς, σε ένα
είδος αυτογνωσίας και γιατί όχι και σε κάποιου είδους ανακούφιση. Δε
χρειάζεται πλέον να παλεύω, να αγωνιώ, να περιμένω. Να ένα είδος απόλυτης
ελευθερίας. Παρότι τα μηνύματα που εκπέμπονταν δεν ήταν πάντα σαφή, κυρίως
έμενε ως κέρδος η καταπληκτική ατμόσφαιρα και το παιγνίδι με το θέαμα, η
αίσθηση της εισβολής στον ιδιωτικό χώρο των άλλων που παραδόξως πλέον είχε
γίνει απόλυτα δημόσιος, νομίζω ότι το βασικό σχόλιο των καλλιτεχνών
αφορούσε σε ένα κρίσιμο μέγεθος της σύγχρονης ζωής, στοιχείο του ίδιου του
κρισιακού φαινομένου. Δηλαδή της αποδοχής της ζωής ως θέαμα, ακόμα και του
θανάτου μας.
Θεωρώ εν κατακλείδι πως αυτή η τελευταία εξαιρετική ιδέα των παιδιών της
ομάδας, θα μας απασχολήσει γόνιμα και στο μέλλον.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ