EKABH OXI EKABH KRITIKH

Εκάβη, Όχι Εκάβη (Hecube, pas Hecube), σε σκηνοθεσία Τιάγκο
Ροντρίγκες, από την Comedie Francaise στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου 
«Aυτά τα δάκρυα είναι ίσως δάκρυα που ποτέ της δεν είχε ζήσει. Ισως δάκρυα πόνου, ενοχής, αγάπης
Είναι ίσως αυτά τα δάκρυα που δανείζει τώρα στην Εκάβη, στην πρόβα, ενώ εγώ η Κορυφαία, λέω:
«Φοβερά τα δεινά που υπομένουμε»
Και αυτή η σκέψη δένει απόλυτα μ’ αυτό που δήλωσε ο Σκηνοθέτης:
«Μερικές φορές πιστεύουμε ότι ο πόνος μας είναι πρωτόγνωρος και μοναδικός, ότι κανείς δεν έχει υποφέρει τόσο πολύ όσο εμείς στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Όμως αρκεί να πάμε στο θέατρο…»
Και γω σκέφτομαι: Ζούμε με τα δανεικά δάκρυα της Εκάβης. Δηλαδή αντίθετα. Αυτή μας δανείζει τα δάκρυά της. Γιατί της περισσεύουν.
Μια μελέτη για τα όρια της οδύνης. Τα όρια του πόνου. Αυτή είναι ουσιαστικά η ματιά του σκηνοθέτη.
Η Κομεντί Φρανσαίζ είναι «το σπίτι του Μολιέρου» με μεγάλη Ιστορία, όμως κατά πόσο το δραματολόγιό του και η τεχνική, η φόρμα των ερμηνευτών του, ταιριάζει με το «Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου»;
Ηδη βέβαια αυτός ο θεατρικός οργανισμός είχε παρουσιάσει στην Επίδαυρο το 2019 την παράσταση Ηλέκτρα/Ορέστης σε σκηνοθεσία Ιβο Βαν Χόβε.
Δεν με άφησε αδιάφορη το γεγονός ότι στην πρεμιέρα της «Εκάβης» στην Αβινιόν στις 30 Ιουνίου , ο Τιάγκο Ροντρίγκες διέκοψε το χειροκρότημα, για να προβεί σε μια πύρινη Ανακοίνωση για λογαριασμό του Φεστιβάλ της Αβινιόν εν όψει των αποτελεσμάτων του πρώτου γύρου των Γαλλικών εκλογών, δηλώνοντας ευθαρσώς ότι ο ίδιος είναι δημοκράτης, προοδευτικός και αντιρατσιστής.
Πώς να μιλήσει, με όρους σημερινούς, για ένα αρχαίο θαύμα, μια μανιασμένη γυναίκα που σκαρφάλωσε σ’ ένα κατάρτι και μεταμορφώθηκε σε σκύλα με πύρινα μάτια, γαβγίζοντας στους έκθαμβους ναυτικούς;
Μια ομάδα ηθοποιών κάνει πρόβες στην τραγωδία του Ευριπίδη, Εκάβη, την ιστορία της βασίλισσας της Τροίας που έγινε σκλάβα στο τέλος του πολέμου, η οποία επιδιώκει να εκδικηθεί για το γιο της που δολοφονήθηκε από το Βασιλιά της Θράκης Πολυμήστορα. Η ηθοποιός που την υποδύεται σήμερα, η Νάντια, βρίσκεται η ίδια αντιμέτωπη με μια τραγωδία: παλεύει για να υπερασπιστεί τον αυτιστικό γιο της, τον Ότις, θύμα κακοποίησης στο ίδρυμα όπου τοποθετήθηκε.
Όλο το έργο ακροβατεί σε σε μια κλωστή ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, πρόσωπο με πρόσωπο ανάμεσα στη μάχη του ενός και του άλλου.  Από τη μια τραγωδία στην άλλη, οι δύο ιστορίες αλληλοσυμπληρώνονται και αιχμαλωτίζουν.  Η επιτυχία του έργου έγκειται ακριβώς στην εξαιρετικά ρευστή μετάβαση από τον έναν κόσμο στον άλλο, όταν μεταβαίνουμε από τις σκηνές των προβών στο δικαστήριο, όταν η ηθοποιός χρησιμοποιεί τον πόνο του χαρακτήρα της για να αντιμετωπίσει τον δικό της, όταν, σε αυτό το διάκενο, αναδύονται στιγμές ποίησης, και  χορού. Στο «Hecuba, not Hecuba», ο συγγραφέας εμβαθύνει στη σύνθετη αλληλεπίδραση μεταξύ πραγματικότητας και μύθου, καθώς σχετίζεται με θέματα θεάτρου, δημοκρατίας και δικαιοσύνης.
Η παράσταση
Ο Τιάγκο Ροντρίγκες κάνει παραλληλισμούς μεταξύ της κατάστασης του θρύλου και ενός εξίσου επαναστατικού σύγχρονου δράματος. Επινοώντας τον τίτλο Εκάβη, Όχι Εκάβη, αντλεί από τη διάσημη τραγωδία , γράφοντας ανάμεσα στις γραμμές του Ευριπίδη. Η Εκάβη είναι μια γυναίκα που έχασε τα πάντα κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά απαιτεί δικαιοσύνη. H ιδέα της δημιουργίας αυτού του έργου ήρθε όταν ξέσπασε η σκανδαλώδης υπόθεση στην Ελβετία όσο αυτός ετοίμαζε εκεί μία παράσταση, δηλαδή η αποκάλυψη της κακοποίησης αυτιστικών παιδιών που βρίσκονταν σε κρατικά ιδρύματα και τον αγώνα των δικών τους για απόδοση δικαιοσύνης.  Ο Τιάγκο Ροντρίγκες δημιούργησε έτσι ένα έργο που πραγματεύεται με ευαισθησία τον τρόπο με τον οποίο αποδίδεται δικαιοσύνη μετά από εγκλήματα που λαμβάνουν χώρα σε μια υποτίθεται οργανωμένη κοινωνία, και περιηγείται επιδέξια στην ασάφεια που περιβάλλει την απονομή δικαιοσύνης στις δημοκρατικές κοινωνίες, ρίχνοντας φως στη διαρκή σημασία της προστασίας των ευάλωτων ανάμεσά μας.
Στην παράσταση έχουμε να κάνουμε με μια μητέρα οργισμένη, που θέλει να υπερασπιστεί το παιδί της. Και βέβαια τίθεται το θέμα της δικαιοσύνης, όπως και το θέμα της αποτυχίας του δικαστικού μηχανισμού: η ηρωίδα αναγκάζεται να παρακάμψει το σύστημα για να βρει το δίκιο της, και να βγει από την αυστηρά προσωπική της ιστορία εκπροσωπώντας μια μεγαλύτερη, συλλογικότερη μάχη απέναντι στο κράτος. Έτσι, αυτή η εξαγριωμένη μητέρα δεν έχει άλλη επιλογή από το να αγωνιστεί για τη δικαιοσύνη.
Ένας λαβύρινθος πόνου είναι η ανθρώπινη κατάσταση: σε μια στιγμή, από την πληρότητα στο τίποτα, στα δάκρυα πόνου, ενοχής, αγάπης –  τα δάκρυα της ηθοποιού είναι αληθινά. Ο αδυσώπητος κύκλος του πόνου συνεχίζεται καθώς ο Πορτογάλος σκηνοθέτης ενορχηστρώνει ένα δυνατό πολιτικό δράμα στη σκηνή. Η Νάντια βρίσκεται μπλεγμένη σε μια προσπάθεια να αποκαλύψει τον δράστη που είναι υπεύθυνος για την κακομεταχείριση του αυτιστικού γιου της σε μια μονάδα φροντίδας. Πρέπει να αντιμετωπίσει τα άγρια ​​μητρικά της ένστικτα σε μια μάχη ενάντια στην ψυχρή, αδιάφορη γραφειοκρατία, κολλημένη στα θραύσματα του γκρεμισμένου κόσμου της και του πολύτιμου παιδιού της. Στην πληγωμένη της κατάσταση, θα επιμείνει στον αγώνα της, επιδεικνύοντας μια σκληρή αποφασιστικότητα παρόμοια με μια μητέρα σκύλα που αναζητά το χαμένο της κουτάβι. Ο Ροντρίγκες αξιοποιεί σε αυτό το σημείο το μύθο που θέλει την Εκάβη να μεταμορφώνεται σε σκύλα με φλογισμένα μάτια, σύμβολο πίστης και σταθερότητας, που ταιριάζει ιδιαίτερα με τις συνδηλώσεις της απτόητης μάνας, που δεν ορρωδεί προ ουδενός προκειμένου να προστατεύσει — ή σ᾽ αυτή την περίπτωση να εκδικηθεί — για τα παιδιά της.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του έργου είναι το σκηνικό. Αρχικά, ένα τραπέζι πρόβας, με καρέκλες, και ένας όγκος σκόπιμα σκεπασμένος με μαύρο ύφασμα. Στο κέντρο της σκηνής σταδιακά αποκαλύπτεται το επιβλητικό άγαλμα ενός σκύλου με σκισμένο πόδι, ένα τεράστιο σημάδι απείρου πόνου και οργής, που συνδέεται με την παράλληλη ιστορία της αγαπημένης τηλεοπτικής σειράς του Otis: μια σκύλα που τρέχει και γαβγίζει στους δρόμους, φοβάται – φυσικά – τους ανθρώπους, γεμίζει κάθε μέρα με νέες ουλές. Και παρότι χάνει το ένα της πόδι, συνεχίζει να τρέχει, μέχρι να βρεί το κουτάβι της. Η ιδιόμορφη και μεταφορική φύση του σκηνικού είναι αισθητή καθώς βλέπουμε τη Νάντια να αγκαλιάζει ένα γλυπτό σκύλου με το ένα πόδι να λείπει, ένα οδυνηρό σύμβολο που είναι επιδέξιο υφαντό στην αφήγηση. Εξάλλου η ζωή και η κάθε κίνηση του παιδιού υποδηλώνει μια βαθιά σύνδεση με τη μητέρα, σχεδόν σαν να είναι προέκταση του ίδιου του σώματός της. Οποιαδήποτε ταλαιπωρία βιώνει το παιδί αναπόφευκτα θα αφήσει ένα σημάδι στη μητέρα. Και είναι μια κίνηση που μαρτυρά την κακοποίηση του παιδιού, και είναι μια άλλη κίνηση που δίνει το έναυσμα για μια εκπληκτικά συγκινητική σκηνή: αυτή που με την μουσική υπόκρουση του τραγουδιού «Try a little tenderness» του Otis Redding, ολος ο θίασος θα χορέψει στις επαναλαμβανόμενες, αλλά γεμάτες απόλαυση και ελευθερία κινήσεις ενός αυτιστικού παιδιού.
Είναι κάποιες τέτοιες σκηνές, γεμάτες απλότητα και συναίσθημα που καθιστούν αυτήν την παράσταση τόσο ξεχωριστή.  Έτσι, σε μια από τις πιο δυνατές σκηνές της παράστασης, η «Νάντια» απευθυνόμενη στο κοινό, μετρά τις 47 λέξεις που μπορεί να πει το αυτιστικό παιδί της: ήλιος, όχι ήλιος, μέρα, όχι μέρα, χάδι, όχι χάδι… εξηγώντας μας έτσι και την επιλογή του τίτλου της παράστασης.
Συνοδευόμενη από ένα καστ στα καλύτερά του, η Elsa Lepoivre με κάθε αίσθηση της λεπτομέρειας στην παραμικρή διακύμανση στην ένταση, στην έκφραση του προσώπου της, είναι αριστοτεχνική ως μάνα-κουράγιο, μια λύκαινα – σκύλα που γαβγίζει και θα συνεχίσει να γαβγίζει, ακούραστα για να σώσει και να προστατεύσει το μικρό της. Καθώς η παράσταση προχωρά, μεταβαίνει απρόσκοπτα από τη Νάντια στην πλήρη ενσάρκωση της Εκάβης.  Η ερμηνεία της αποτυπώνει τη μεταμόρφωση της βασίλισσας από πενθούσα μητέρα σε εκδικητική δύναμη, κάνοντας το κοινό να αισθάνεται κάθε στιγμή της αγωνίας, των τύψεων, της αγάπης και της οργής της. Είναι μια ερμηνεία σημείο αναφοράς. Αφού ο τυφλωμένος βασιλιάς σκαρφαλώσει τα πλαϊνά σκαλιά του κοίλου ωρυόμενος σπαρακτικά «C’ est Hécube! C’ est Hécube!» (εξαιρετικός εδώ ο Loïc Corbery), στην ορχήστρα εισέρχεται αθόρυβα η Νάντια. Εδώ και πολλή ώρα, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, μας έχει μιλήσει για το αγαπημένο καρτούν του γιου της με ηρωίδα μια σκυλίτσα που αναζητά το χαμένο κουτάβι της. Μας έχει διηγηθεί πώς αυτή περιφέρεται αλαφιασμένη στους δρόμους του Παρισιού, πώς οσφραίνεται τους πάντες και τα πάντα ψάχνοντας τα ίχνη του, πώς υπερπηδά τα εμπόδια, πώς μένει με τρία πόδια και συνεχίζει να τρέχει, ακαταπόνητη, έως ότου το συναντήσει. 
Τα φώτα χαμηλώνουν και η ηθοποιός (η εντελώς αντι-μελοδραματική Elsa Lepoivre) αρχίζει να βγάζει μικρά γρυλίσματα. Τα πύρινα μάτια του αγάλματος διαπερνούν το σκοτάδι. «Κύων γενήσῃ πύρσ᾽ ἔχουσα δέργματα», έλεγε η προφητεία στο τέλος της τραγωδίας: «Σκύλα θα γίνεις με μάτια σα φλόγα». Τίποτα ποτέ δεν θα μας σταματήσει. Απέναντι σε κάθε κακοποιητική εξουσία, απέναντι σε κάθε Πολυμήστορα, απέναντι σε κάθε τύραννο, υπάρχει πάντα ο θρήνος που θα ξεσκίζει τους αιθέρες, το ακαταπόνητο γάβγισμα ενός ζώου, ενός παιδιού, ενός ψυχικά ασθενούς, ενός θύματος, μιας αδικημένης. «Μονάχα η πράξη αντίστασης αντιστέκεται στον θάνατο», λέει ο Ντελέζ, «είτε με τη μορφή ενός έργου τέχνης είτε με τη μορφή του ανθρώπινου αγώνα». Κι εδώ, σε αυτή την «Εκάβη/όχι Εκάβη», μετά από πολλαπλές περιδινήσεις σε τοπία που υπάρχουν και δεν υπάρχουν πλέον τα δύο αυτά γίνονται λυτρωτικά ένα. 
Η Εκάβη τελικά παίρνει την κατάσταση στα χέρια της και εκδικείται φρικτά τον δολοφόνο του γιου της και η Νάντια όταν καταλαβαίνει πως δε θα δικαιωθεί σπεύδει να διαρρεύσει την υπόθεση στον Τύπο.
Και οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι πολύ ακριβείς και πολύ ευέλικτοι, παίζοντας με ομοιότητες ή αντιθέσεις μεταξύ των διαφόρων χαρακτήρων τους. Ο εξαιρετικός Denis Podalydès ζωντανεύει τον Αγαμέμνονα και τον Εισαγγελέα. Ο Loïc Corbery υποδύεται θαυμάσια τον Βασιλιά της Θράκης Πολυμήστορα και τον Υπουργό Εσωτερικών, αμφότεροι σατανικά διεστραμμένοι, ευθυνόφοβοι και “μικροί”. Εξαίσια η Séphora Pondi στο ρόλο της συνηγόρου. Οι Eric Génovèse, Élissa Alloula και Gaël Kamilindi συμπληρώνουν το καστ συμβάλλοντας στο δυναμικό και συναισθηματικό βάθος του έργου.
Στο σύνολο της η παράσταση Εκάβη, Όχι Εκάβη είναι μια δυνατή και στοχαστική επανεξέταση της αρχαίας τραγωδίας του Ευριπίδη. Ο Rodrigues, φέρνει μια νέα προοπτική στην ιστορία της Εκάβης συνδυάζοντας το παλιό και το νέο σε ένα βαθιά συγκινητικό θεατρικό έργο που είναι ταυτόχρονα διαχρονικό και επειγόντως επίκαιρο, που αν τηχεί βαθιά στο σύγχρονο κοινό . Κάτι στο οποίο αναφέρθηκε και η πρέσβης της Γαλλίας στην Ελλάδα, Λορένς Αϊέρ, στη συνέντευξη τύπου που αναφέρθηκε σε ένα θέατρο κοντά στον πολίτη, «στρατευμένο» σε ευρωπαϊκές και πανανθρώπινες αξίες”. 
Είναι μια αναμφισβήτητα σπουδαία στιγμή για το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου –  με έναν μικρό αστερίσκο μόνο ότι ίσως θα ήταν προτιμότερο να έχουμε δει την παράσταση αυτή στην Πειραιώς 260.
Στην πληγωμένη της κατάσταση, θα επιμείνει στον αγώνα της, επιδεικνύοντας μια σκληρή αποφασιστικότητα παρόμοια με μια μητέρα σκύλα που αναζητά το χαμένο της κουτάβι. Ο Ροντρίγκες αξιοποιεί σε αυτό το σημείο το μύθο που θέλει την Εκάβη να μεταμορφώνεται σε σκύλα με φλογισμένα μάτια, σύμβολο πίστης και σταθερότητας, που ταιριάζει ιδιαίτερα με τις συνδηλώσεις της απτόητης μάνας, που δεν ορρωδεί προ ουδενός προκειμένου να προστατεύσει — ή σ᾽ αυτή την περίπτωση να εκδικηθεί — για τα παιδιά της.