H ΘΕΙΑ ΑΓΓΕΛΙΚΗ
Πέθανε από τη στενοχώρια της που δεν έζησε μιάν άλλην εποχή, αυτήν πριν τη δικιά της.
«Ωχου πώς πονάνε οι μυρωδιές τ’ Απρίλη», βούγιαξε η γιαγιά της.
Μύρισε λίγες πασχαλιές κι έτριψε στα δάχτυλά της φύλλα βασιλικού.
«Ωχου, πως πονά η νιότη κι ο θάνατος»…
Στη γειτονιά πέρναγε την ίδια στιγμή ο Επιτάφιος…Και έραναν αυτόν οι Μυροφόρες…
Κεριά, φλογίτσες, ψαλμωδίες, άνθια σκεπασμένος ο ιερός νεκρός, το ιερό σφάγιο των αιώνων , ο πάσχων άνθρωπος.
Ενας έρωτας , ακόμα ανείπωτος, στριμωγμένος στις σόλες των λουστρινένιων παπουτσιών των μικρών κοριτσιών που ακολουθούν όλο χαμόγελα την πομπή, τολμάει να διαφεύγει στον αέρα και να ρίχνει τα νεραντζολούλουδα πάνω στα μαυρομάλλικα κεφάλια αυτών των κοριτσιών που αύριο θάχουν να κλαίνε για τις δικές τους χαμένες αγάπες, αλλά ακόμα δεν το ξέρουν.
Ωχου πώς πονάει η ζωή….
Οχι κυρία Κούλα…Δεσποινίς Αγγελική… στην οδός Ασπασίας.. στης δεσποινίς Αγγελικής να το στείλετε… Δεύτερη πολυκατοικία αριστερά. Στον τρίτο.. Πάνω από του Λέτζου. Ξέρετε…Στην καινούργια…
Αυτά τα Κούλα, Μούλα, Κική, Νίτσα, Κίτσα κλπ., τέρμα. Εδώ είμαστε στας Αθήνας…Όχι σε καμιά επαρχία…
Δεν έχω παράπονο… Εζησα καλά και δούλεψα καλά. Μόνο τρεις πελάτισσες. Της ..ψηλής κοινωνίας.
Εμπαινα εγώ για πρόβα στη διαμερισματάρα, απέναντι από τη βουλή, λίγοι μένανε εκεί και λίγοι μπαίνανε, έμπαινα λοιπόν , με τα καινούργια φορέματα ατσαλάκωτα, στις 5 το πρωί τα σιδέρωνα, να χει δροσιά, να μην ιδρώνω στο σίδερο απάνω, μη και κάνω λεκέ, μη και πάρουν μυρωδιά, καμιά αθρωπίλα να χουμε άλλα, και έτρεχα για την τελευταία πρόβα.
Εφερναν τα υφάσματα από το εξωτερικό, πήγαινα εγώ βόλτα στο Κολωνάκι, πέρναγα από τις βιτρίνες και ξεπατίκωνα με το μυαλό μου τα σχέδια. Ποιά Τσούχλου… Η δική μου η δουλειά, λεπτοβελονιά…
Είχα μάθει βλέπεις να φτιάχνω πατρόν. Χωρίς πατρόν, τα δύσκολα δε γίνονται. Με είχε βοηθήσει και το Μπούρντα το περιοδικό από τη Γερμανία. Λίγο βαρύ για μας. Αλλά δε βαριέσαι. Εγώ τα άλλαζα, τα έφτιαχνα..αλλά είχα πάρει τις ιδέες…
Τα έφερνα στα μέτρα της κυρίας…τάδε (μή λέμε ονόματα ήταν και γνωστή, θεός σχωρέστην), είχε και μια καμπουρίτσα, τρύπωνα λίγο από δω, έκλεβα λίγο από κει, μια κρυφή κουφόπιετα, ένα ρεγκλάν μανίκι και εμφανιζόταν η …δικά σου…μοντελάκι… Πού ράβεστε, πού ράβεστε ..τη ρώταγαν όλες στις δεξιώσεις και στα επίσημα που πήγαινε..
Μοδιστρική και μαγειρική τα φόρτε μου…
Από οικογένεια με μεγάλες μοδίστρες βλέπεις. Και καλές μαγείρισσες.
Είχε τότε το 60 η θεία Ντόρα ατελιέ στη Μητροπόλεως με 10 μαθήτριες.
Ηρθαμε κι εμείς από την Πάτρα το 65, όταν πέθανε η κυρά Διαμάντω η μάνα μου. Ελάτε , είπε η θεία, αδερφή του πατέρα μου, χωρισμένη με μία κόρη λίγο μικρότερη από μένα. Λίγο τρελάρα, με τα μυαλά πάνω από τη σκούφια της, είχε τελειώσει και το Γυμνάσιο, τόπαιζε και λίγο έξυπνη. Είδα κι αυτηνής τα χαϊρια.. Τέλος πάντων. « Ελάτε. Εχει δουλειά και για τα παιδιά. Τρεις άντρες στα ντουζένια τους. Με τη σύνταξη του Ντίνου και τα ραψίματα της Κουλίτσας, θα τα καταφέρετε μια χαρά …»
Μετακομίσαμε οικογενειακώς από τη Γούβα της Πάτρας στην πλατεία Κολιάτσου. Σινεμά, θέατρα, ζαχαροπλαστεία, μαγαζιά, όλα στα πόδια μας.
Κουτσομπολιά τέλος..Τί μαγείρεψες, τί έφαγες, ποιός μπήκε, ποιός βγήκε, τί φόρεσες, τί ψώνισες…
Κυκλοφορούσα εγώ από την Κορίνθου ως την Μαιζώνος για τον επιτάφειο της Μητρόπολης και την ακολουθία και μετά την περατσάδα της Αγίου Νικολάου, ψηλή, αδύνατη, με τη ντακούνα μου και σειόνταν τα πεζοδρόμια. Είχα ράψει ένα πιε ντε πουλ, λευκό με μπλέ, μέση δαχτυλίδι, φουρό από μέσα-ομπέλλα- κάτω ακριβώς από το γόνατο, ίσα να φαίνεται λίγο τούλι από το τελείωμα. Η γάμπα μου λαμπάδα. Τιραντάκια, κόκκινη γόβα από του Σεβαστάκη και ίδιο τσαντάκι και με κοιτάγανε οι φαρμακομύτες, δεκαοχτώ χρονώ κοριτσάκι και μουρμουράγανε ότι έχω φυματίωση λόγω που ήμουν αδύνατη σα μίσχος. Και γι αυτό η κυρά Διαμάντω μου έβαζε φουρά και μαξιλαράκια στα καπούλια..
Εγώ τελικά ήρθα στη μόδα δέκα χρόνια αργότερα.. Οταν δε χρειαζόταν τόσο. Ας όψεται η κατοχή. Αλλά το 50 οι στρουμπουλές είχαν τις τύχες τις καλές. Λόγω που έτρωγαν περισσότερο και άρα είχαν υγεία, έλεγαν .
Ομως εμένα έτσι ήταν η κοψιά μου κι ούτε που μου άρεσε να τρώω σα λιμασμένη. Ετσι μέμαθε η μάνα μου, έτσι έκανα.
Ετσι που λες. Καλύτερα η κουζίνα μου να βλέπει στο φωταγωγό, καλύτερα ν ανάβω φως στις 10 το πρωί για να βλέπω, καλύτερα μισό μέτρο μπαλκόνι και την ελευθερία μου. Δε με νοιάζει βρε αδερφέ.Δε θέλω να δίνω δικαιώματα…
Θέλω να παίρνω τη τζάντα μου και να πηγαίνω πάνω κάτω την Πατησίων και να μη με χαιρετάει κανένας..Να μη με σχολιάζει κανένας. Να ανοίγω την πόρτα μου όταν θέλω εγώ. Οχι μπέτε σκύλοι αλέστε. Και τί φτιάχνεις σήμερα κυρά Διαμάντω κι αν έστρωσες κι αν κοιμήθηκες. Δε θέλω…Ούτε τα περιβόλια σας, ούτε τα ξυνά σας… ούτε τα γλυκά σας.
Ούτε λόγια πολλά είχα στη γειτονιά. Παραξηγιόντουσαν οι γειτόνισσες που τη μια με γλωσσοτρώγανε και την άλλη μ’ έτρωγαν με τα μάτια τους όταν γύριζα πίσω τα προξενιά για τους κανακάρηδές τους.
«Σιγά το κόκκαλο» έλεγαν. Σιγά την πριγκιπέσσα. Και γω ούτε ματιά. Ούτε να βαφτώ είχα ανάγκη, σαν τις κόρες τους. Είναι που δε μάφηναν και τ αδέρφια μου, αλλά δε μου χρειαζόταν κι όλας. Τα μάτια μου, όχι που να το παινευτώ, κατάμαυρα , αμυγδαλωτά και τα φρύδια μου μαύρα τόξα. Τα χείλη μου γεμάτα , σκούρα, τσίμπαγα λίγο τα μάγουλα, έλουζα τα μαλλιά μου κι αυτά πέφτανε μαύρα, ίσα και λαμπυρίζανε. Δεν είχα εγώ ανάγκη από…μαστραπάδες. Ακόμα και τώρα κύττα με. Μόνο σαπούνι βάζω και ε..τα βάφω τώρα πιά…Δεν το μπορώ το λευκό βρε κορίτσι μου, μου θυμίζει τη μάνα μου. Ρόκα τα μαλλιά της. Γριά από τα 45 της. Τ άνοιξα και λίγο λίγο, το πήγα στο καστανό, στο κόκκινο γύρω στα τέλη του 70 και τέλειωσα στο ξανθό…Χαχαχα…Τί να μου πούνε τώρα τ αδέρφια μου. Την ανάγκη μου έχουν. Οχι που θα μου το παίξουνε και δραγάτηδες. Εγώ τους μεγάλωσα, εγώ τους πάντρεψα εγώ στα νοσοκομεία για τον πατέρα μου, εγώ πάνω στα παιδιά τους, εγώ όλα…Σιγά μην τους ακούσω… και καπνίζω…Αρχισα βέβαια μετά τα τριανταπέντε , επί της Αλκαίτου στο Παγκράτι που πήγαμε γύρω στο 70. Μια φιλενάδα μου Πατρινιά που έμενε κοντά, μέμαθε λίγο –λίγο.. Τί να πεις. Κακό λέει για την υγεία. Και ποιός τους είπε ότι εγώ θέλω να πεθάνω υγιής… (γέλια)
Τί τα θες…
Είναι μια συντροφιά κι αυτό…
Και το ουισκάκι μου στις 8…Με τις ειδήσεις.
Κάθομαι στο μπαλκόνι, βλέπω τα πεύκα και στο βάθος τη θάλασσα…
Και μου λες να ξαναγυρίσω στην πολυκατοικία του Ζωγράφου και να βλέπω τα βρακιά της απέναντι…
Οχι αγάπη μου…
Εγώ δεν ξαναγυρίζω εκεί. Κι ας είναι δικό μου το διαμέρισμα.
Με τη δουλειά μου τα έβγαλα. Κι ένα οικόπεδο στην Ανθούσα αγόρασα. Πάει κι αυτό..Καλά λεφτά το 06, στα ύψη τα οικόπεδα τότε, είχε μπει στο σχέδιο, είχε πάρει αξία.
Οταν το αγόρασα το 68, με δόσεις. Μου λέγανε τί το θέλεις. Άχρηστο είναι στα κατσάβραχα, έβαλες μπελά στοκεφάλι σου. Ομως εγώ τσούκου, τσούκου με το βελόνι, τάβγαλα.
Ηρθε η ώρα του και τόδωσα. Να στηρίξω τον μικρό. Βλέπεις…μας ήρθαν όλα ανάποδα…Ποιός το περίμενε. Η εταιρεία στον Πειραιά, διεθνείς μεταφοραί, πηγαινόρχονταν οι ελληνοαμερικάνοι…ηταν καλή δουλειά ..
Μετά κάτι η ΕΟΚ, τα τελωνεία δεν είχαν δουλειά, κάτι το ευρώ, ακριβό για τους αμερικάνους έλεγε το παιδί, δεν τα καταλαβαίνω κιόλας αλλά μου είπε: Αδερφή χρωστάω, κρίση..κριση και στην Αμερική… από το 08..μου χρωστάνε…εγώ χρωστάω, ικα,μήκα σύκα, νοίκια μισθοί, τον είδα να πέφτει.
Ποιόν; τον μικρό. Τον άρχοντα. Τον κούκλο μου. Ιδιος ηθοποιός της τηλεόρασης. Που με κοίταζε με τα μεγάλα του μάτια και έλιωνα.
Αδερφή να πουλήσουμε το οικόπεδο, να πάρω ανάσα ν αρχίσω πάλι…Μη σε νοιάζει τίποτα. Εγώ είμαι δω.
Και τί θάλεγα εγώ. Οχι; Ηταν