JODI GLACIERAN.αναλυση

JODI GLACIERAN « Η μέθοδος Γκρόνχολμ»

Ο Φερνάντο Πόρτα, ο Ενρίκε Φορντ, ο Κάρλος Μπουένο και η Μερσέντες Ντεγάς.
Τρεις άνδρες και μία γυναίκα βρίσκονται στα γραφεία μιας πολυεθνικής
εταιρίας τροφίμων προκειμένου να δώσουν συνέντευξη, διεκδικώντας την
αξιοζήλευτη θέση του εμπορικού διευθυντή.
Προέρχονται ήδη από το χώρο των εταιρικών στελεχών, ειδικώτερα από τον
ανταγωνιστικό χώρο της «αγοράς στελεχών» και εμφανίζονται έτοιμοι για όλα.
Εχουν αποδεχθεί τους σκληρούς όρους επιβίωσης στο εργασιακό τους
περιβάλλον, έχουν εξασκηθεί στην πίεση, έχουν ασκήσει οι ίδιοι το σύγχρονο
μάνατζμεντ επιλογής προσωπικού, έχουν εφαρμόσει ψυχολογικά πορτραίτα, τεστ
προσωπικότητας και τακτικές διοίκησης, έχουν παρακολουθήσει σεμινάρια
δυναμικής ομάδας, έχουν προσλάβει κι έχουν προσληφθεί, έχουν απολύσει κι
έχουν απολυθεί.
Είναι νέοι, δυναμικοί, μεταξύ 30 και 40 ετών και ανήκουν στον σύγχρονο
κόσμο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.
Θα δώσουν λοιπόν άλλη μία συνέντευξη προφανώς σε ένα ανώτερο στέλεχος της
εταιρίας (Διευθυντή προσωπικού για παράδειγμα) για να καταχτήσουν καλύτερη
θέση σ’ αυτόν τον κόσμο που τους γέννησε και που θεωρούν ότι γνωρίζουν και
ελέγχουν καλά.
Η γνώση και η αποδοχή των όρων του παιγνιδιού είναι η εκ των ουκ άνευ
συνθήκη για την επιβίωση σε μια αγορά όχι μόνο άγριου καπιταλισμού αλλά
κυρίως απρόσωπου, διεθνοποιημένου τόσο, που το αφεντικό είναι εντελώς
αόρατο, κανείς δεν το αναφέρει, αφεντικό είναι το ίδιο το σύστημα,
παίρνοντας διαστάσεις σχεδόν μεταφυσικές.
Το παν είναι η αυτοπεποίθηση, η αντοχή στην πίεση και η αποτελεσματικότητα.
Ο τρόμος κρύβεται καλά πίσω από κοστούμια και ψιλοτάκουνα.
Εως εδώ το πλαίσιο όσο ασφυκτικό κι αν είναι , θεωρείται αποδεκτό, σχεδόν
υπόθεση ρουτίνας.
Όμως το παιγνίδι χαλάει από την αρχή.
Δεν θα δοθούν ατομικές συνεντεύξεις, αλλά θα βρεθούν όλοι εγκλωβισμένοι σε
τέσσερις τοίχους, εποπτευόμενοι από το ΑΟΡΑΤΟ ΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ, για να
περάσουν από δοκιμασίες ψυχολογικού χαρακτήρα, που θα αξιολογηθούν από
άγνωστα άτομα, σε άγνωστο πλαίσιο, με άγνωστους κανόνες. Μάλλον χωρίς
κανόνες. Το έδαφος μοιάζει με κινούμενη άμμο. Η εξίσωση είναι γεμάτη
άγνωστους Χ, για δυνατούς λύτες.
Σε ένα οργουελικό τοπίο, η ΕΤΑΙΡΙΑ γνωρίζει τα πάντα. Προσωπικά μυστικά,
πάθη και δράματα. Η παρακολούθηση είναι δεδομένη και αποδεκτή. Η «ψυχή τους
στο πιάτο».
Όμως αυτοί είναι έτοιμοι να τα παίξουν όλα για όλα. «Αιτηθεί και
δοθήσεται». Πού είναι λοιπόν το πρόβλημα;
Ότι δεν γνωρίζουν τι τους ζητούν ακριβώς.
Ποιες είναι οι προδιαγραφές. Ποιο είναι το άριστα. Ούτε καν ποια είναι η
κλίμακα βαθμολογίας. Ποια είναι η αρεστή στάση. Ποια η αναγκαία και ικανή.
Αυτή είναι η μεγάλη ζαβολιά αλλά όχι και η μόνη.
Οσο το παιγνίδι εμφανίζεται να εστιάζεται στην εξόντωση των τριών για την
επικράτηση του ενός, παραμένει ακόμα εντός αποδεκτού πλαισίου.
Η μεγάλη ανατροπή όμως έρχεται στο τέλος.
Το σκηνικό έχει στηθεί μόνο για την αξιολόγηση του ενός: Του Φερνάντο
Πόρτα. Οι υπόλοιποι είναι υπάλληλοι της εταιρίας επιφορτισμένοι με την
αξιολόγηση του προσωπικού.
Θα μεταμφιεστούν και θα παίξουν όλους τους ρόλους, προκειμένου να τον
εμπλέξουν στον ιστό της αράχνης, να επιβεβαιώσουν το προκατασκευασμένο
σενάριο. Εκτός κι αν κάνει την έκπληξη. Τότε θα προβιβασθεί.
Αδίσταχτοι, εκπαιδευμένοι να χρησιμοποιούν όλες τις σύγχρονες μεθόδους
προκειμένουν να σκιαγραφήσουν το ψυχολογικό προφίλ του υποψήφιου, μόνον
αυτοί γνωρίζουν τους κανόνες, παίζουν δηλαδή «εν ου παικτοίς».
Αυτοί ξέρουν τι ψάχνουν. Όπως λέει και η Μερσέδες «Δεν ψάχνουμε έναν καλό
άνθρωπο που μοιάζει τσόγλανος. Αυτό που θέλουμε είναι ένας τσόγλανος που να
μοιάζει καλός άνθρωπος».
Όμως ο Φερνάντο δεν τους κάνει γιατί προφανώς όχι μόνο είναι αλλά κυρίως
φαίνεται τσόγλανος. Και το χειρότερο: Ο ίδιος δεν γνώριζε ότι αυτό έψαχναν.
Ο Τζόντι Γκλασιεράν γράφει πειστικά για το μηχανισμό διοίκησης των
πολυεθνικών. Το έργο θα μπορούσε να είναι απλά μία καταγγελία του
απάνθρωπου αυτού σύγχρονου τέρατος.
Όμως ο συγγραφέας κατορθώνει να εμβαθύνει σε ένα καινούργιο στοιχείο
επιτυχίας της σύγχρονης καπιταλιστικής διαχείρισης του εργατικού δυναμικού
της κοινωνίας.
Της απόλυτης συναισθηματικής και ψυχικής ενσωμάτωσης του ατόμου στο
σύστημα.
Δεν είναι μόνο η κυνική χρησιμοποίηση της επιστήμης της ψυχολογίας με στόχο
την πλήρη χειραγώγηση των ανθρώπων που σοκάρει, αλλά η αποκάλυψη ότι ήδη οι
άνθρωποι έχουν αποδεχτεί και αφεθεί σ’ αυτήν την χειραγώγηση. Εχουν
εγκαταλείψει κάθε μόριο ατομικής ελευθερίας που κληροδότησαν από τις
προηγούμενες γενιές. Γι αυτούς το παν είναι να μην βρεθούν εκτός
συστήματος.
Ετσι διαφοροποιούνται σαφώς από τον παλιότερο άνθρωπο, που ήταν μεν
συμβιβασμένος με την εξουσία χάριν της επιβίωσής του, αλλά μέσα του έβριζε
το αφεντικό .
Ο συγγραφέας σαρκάζει εύστοχα τις σύγχρονες δήθεν δημοκρατικές καταχτήσεις.
Την περίφημη «ποσόστοση» για τις ίσες ευκαιρίες μεταξύ γυναικών και ανδρών,
την «political corect” στάση, την αποδοχή στη διαφορετικότητα κλπ. Όλα
είναι υλικά ανακυκλώσιμα από την ΕΤΑΙΡΙΑ, όλα μπορούν να υπηρετήσουν το
σκοπό της.
Ενδιαφέρον επίσης είναι το σχόλιο που διαπερνά την «θυλική στάση» της
Μερσέντες και αφορά στη φεμινιστική ενσωμάτωση.
Η σύγχρονη γυναίκα, στέλεχος πολυεθνικής, δεν χρειάζεται να γίνει «beach”
για να επιβιώσει σε έναν ανδρικό επιχειρηματικό κόσμο.
Δεν βρισκόμαστε στην δεκαετία του 80, ούτε στον καπιταλισμό της Θάτσερ. Δεν
χρειάζεται το σύστημα «ανδρογυναίκες». Αντίθετα τα «θηλικά» της στοιχεία
είναι πολύτιμα. Ο «νεοφεμινισμός» αναδεικνύει ακριβώς αυτά τα πολύτιμα
πλεονεκτήματα. Μια «αγκαλιά» που σε πνίγει σαν «βόας κροταλίας». Αλλωστε
είπαμε το σύστημα χρειάζεται «ένα τσογλάνι που να φαίνεται καλό». Κάτι που
το πετυχαίνει καλύτερα μια γυναίκα.
Στη δεκαετία του 1950 ο Αρθρουρ Μίλλερ αναδείκνυε στο «Θάνατο του
Εμποράκου» τις σαρωτικές αλλαγές στο οικονομικό σύστημα της Αμερικής που
πέταγε στο περιθώριο τους ανθρώπους που δεν μπορούσαν πιά να τις
υπηρετήσουν. Ο εχθρός ήταν ορατός αλλά στη σκηνή επιβίωναν ακόμα οι
ανθρώπινες σχέσεις που με τη ζεστασιά τους έκαναν και το θάνατο πιο
υποφερτό.
Το πρόβλημα ίσως να είναι ότι δεν υπάρχει πια ένας σύγχρονος Αλλεν
Γκίνσμπεργκ να αναφωνήσει

Αμερική στα’ δωσα όλα και τώρα είμαι ένα

Τίποτα
……
Πάει να μου στρίψει
Αμερική πότε θα πάψουμε τον πόλεμο μεταξύ των ανθρώπων;
Γιατί στις αρχές του 21ου αιώνα, ο μύθος του Αμερικάνικου ονείρου
επικράτησε παγκόσμια.
Αυτό που ο Ντέιβιντ Μάμετ έγραφε με αφορμή τα «Οικόπεδα με θέα», για τη
δεκαετία του 1980 δεν είναι πια αρκετό.
«Θα σε φέρω στα όριά σου προκειμένου να πετύχω…
Νιώθει κανείς ότι ο μόνος τρόπος να πετύχει είναι σε βάρος του άλλου. Η
οικονομική ζωή της Αμερικής είναι μια λοταρία. Ολοι έχουν ίσες ευκαιρίες,
μόνον όμως ένας πρόκειται να φτάσει στην κορυφή. «Οσα περισσότερα έχω εγώ,
τόσα λιγότερα έχεις εσύ»
«Στα οικόπεδα με θέα» παίρνεις Κάντιλακ, μαχαίρια, ή τίποτα».(1)
Αφού αυτή η ηθική του καπιταλισμού νίκησε κατά κράτος, «για τους κατέχοντες
την εξουσία, το να δρουν ανέντιμα νομιμοποιείται».
Αλλά ούτε αυτό είναι ακόμα αρκετό.
Πρέπει να τσακιστεί εντελώς το ανθρώπινο ψυχικό τοπίο για να συντελεστεί η
απόλυτη χειραγώγηση.
Σ’ αυτό το σημείο η επιστήμη μπορεί να γίνει πολύ χρήσιμη στο σύστημα.
Κι ας φωνάζουν οι επιστήμονες που ονειρεύονται μια εφικτή νευροηθική:
Υπάρχει μεγάλος προβληματισμός για τη διαφύλαξη δεδομένων που αφορούν το
γονιδίωμα του ανθρώπου, αλλά το απαραβίαστο, το «άβατο» του εγκεφάλου
παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Τα περισσότερα άτομα δεν θα ήθελαν να
είναι γνωστά τα γονίδιά τους, αλλά πολύ περισσότερο δεν θα ήθελαν να
γνωρίζουν οι άλλοι τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις επιθυμίες, το βαθύτερο
Εγώ τους, εκείνους τους κρυμμένους χώρους στις εσοχές του μυαλού τους που
ούτε οι ίδιοι δεν γνωρίζουν και, ορισμένες φορές, ίσως δεν θα ήθελαν να
μάθουν την ύπαρξή τους. Τα γονίδια παρέχουν το γενικό σχεδιάγραμμα και
καθορίζουν τα δομικά στοιχεία από τα οποία θα δημιουργηθεί ο άνθρωπος, αλλά
ο εγκέφαλος είναι ο άνθρωπος(2)
«Στη μέθοδο Γκρόνχολμ» δεν περιλαμβάνεται τεστ DΝΑ ούτε γονιδιώματος για να
ελεγχθεί απόλυτα ο υποψήφιος.
Η Εταιρία αρκείται ακόμα στα ψυχολογικά τεστ και στην παρακολούθηση της
ζωής τους. Το επόμενο βήμα όμως θα είναι ακριβώς η απαίτηση των παραπάνω.
Γιατί ήδη έχει προετοιμάσει το έδαφος και οι υποψήφιοι είναι έτοιμοι να
δώσουν οι ίδιοι την έγκρισή τους.
Στο έργο οι ανθρώπινες σχέσεις απουσιάζουν εντελώς. Η κοινωνία δεν διαθέτει
αυτονομία και το άτομο δεν αυτοπραγματώνεται μέσα από τις κοινωνικές του
σχέσεις.
Οι άνθρωποι υπάρχουν μόνο εάν εντάσσονται στο σύστημα της εταιρίας.
Αυτό το εφιαλτικό σενάριο αναδύεται από το έργο του Τζόντι Γκλασιεράν.
Ο συγγραφέας στήνει ένα παιγνίδι με τέσσερις παίκτες και σημαδεμένα χαρτιά.
Κανείς δεν είναι συμπαθής , δεν υπάρχουν θύτες και θύματα. Ολοι είναι
διαθέσιμοι για το ρόλο του δήμιου. Αρκεί να έχουν ρόλο.
Ούτε κάποιος φαίνεται διατεθειμένος να απαιτήσει σαν τον Λέοναρντ Κοέν

Θέλω πίσω τα σπασμένα μου βράδυα

Το κρυφό μου δωμάτιο, την κρυφή μου ζωή
Τι μοναξιά

Κείμενο πυκνό, γραφή ρεαλιστική, λεκτικοί διαξιφισμοί και μετρημένες δόσεις
δραματικής έντασης.
Η γλώσσα των ανθρώπων της Εταιρίας είναι κοινότοπη, πολυχρησιμοποιημένη,
χωρίς κώδικες και εσωτερικευμένους μύθους, χωρίς να παραπέμπει ως ιδίωμα σε
κάποιον κοινωνικό χώρο προέλευσης, χωρίς να νοηματοδοτεί κάτι άλλο πέρα από
τη στοιχειώδη επικοινωνία. Μόνον ο Φερνάντο χρησιμοποιεί αυθόρμητα μια
γλώσσα πεζοδρομίου και αγοράς, μια χύδην γλώσσα τσογλανιού, τουλάχιστον για
να εκφράσει κάποια συναισθήματα.
Εν τέλει όλα λειτουργούν ευθύβολα, σαν το φως ενός προβολέα που πέφτει
ξαφνικά, ίσα για να φωτίσει μια ανοιχτή πληγή και να σβήσει απότομα, όπως
άναψε.

1) Το απόσπασμα της συνέντευξης του Ντ. Μάμετ είναι δημοσιευμένο στο
πρόγραμμα της παράστασης «Οικίοπεδα με Θέα», συμπαραγωγή της εταιρίας
Θεάτρου «ΔΟΛΙΧΟΣ» και του ΔΗΠΕΘΕ ΒΕΡΟΙΑΣ (2001-2002)
2)Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Αθανασίου Ντινόπουλου, ΝΕΥΡΟΗΘΙΚΗ
(επιστημονικές εκδόσεις ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ ΑΕ)