THE INFERNAL COMEDY10

«THE INFERNAL COMEDY» ή “Κολασμένη Κωμωδία» του Michael Sturminger (Oι
εξομολογήσεις ενός κατά συρροήν δολοφόνου, στο Θέατρον του Κέντρου
Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος».

Ο John Malkovich στο ρόλο ενός πραγματικού διανοούμενου serial killer, του
Jack Unterweger.
Και μόνο η αναφορά του ονόματος του διάσημου ηθοποιού, ήταν ικανό να
γεμίσει το θέατρο από ένα κοινό , κυρίως βέβαια μεσηλίκων μεσοαστών, πολύ
διαφορετικών φυσικά από τους νεαρούς εκπροσώπους της χώρας μας, όπως
τουλάχιστον εμφανίζονται από τα διεθνή ΜΜΕ, δηλαδή ως εξαγριωμένοι
διαδηλωτές με κουκούλες, όπως ειρωνικά παρατήρησε με το καλωσόρισμα ο
πρωταγωνιστής, παίζοντας κατ ευθείαν με τη σύγχυση ρόλου και προσώπου,
στοχεύοντας να κερδίσει με την πρώτη το στοίχημα της γήτευσης των θεατών,
όπως ακριβώς είχε ήδη καταφέρει ο ήρωάς του, ο Jack Unterweger έναντι των
θυμάτων του.
Η παράσταση θα μπορούσε να είναι ένας απλά ενδιαφέρον θεατρικός μονόλογος
από έναν διάσημο ηθοποιό που μας έχει συνηθίσει να διαπραγματεύεται
ερμηνευτικά το μυαλό ευφυών διεστραμμένων εγκεφάλων (Επικίνδυνες σχέσεις,
Στο μυαλό του Τζων Μάλκοβιτς κλπ).
Ο φόνος ως κορυφαία ανθρώπινη πράξη και ο φονιάς ως το κορυφαίο πρόσωπο της
ανθρώπινης τραγωδίας, πάντα διήγειραν και έθεταν σε δοκιμασία την εύθραυστη
ψυχική ισορροπία καλλιτεχνών που φλερτάρουν με τα όρια της ανθρώπινης
αναστολής. Από αυτήν την άποψη ο έξοχος ηθοποιός επιβεβαίωσε το μύθο του.
Όταν μας πλησίαζε αναγνωρίζαμε το αυθάδες βλέμμα, ταυτόχρονα όπως μας
εξέπληττε διαρκώς με την εναλλαγή των συναισθημάτων που σχεδόν αθόρυβα
εξέφραζε το πρόσωπό του και οι αδιόρατες κινήσεις του σώματός του.
Γερασμένος εξωτερικά, αλλά σαρκαστικός, με σαρδόνιο χαμόγελο αλλά και πικρή
επίγνωση της ατελούς του ύπαρξης, με φονική γλυκιά γοητεία, σχεδόν τρυφερός
λίγο πριν απροσδόκητα εκτελέσει μπροστά στα μάτια μας μια ακόμα δολοφονία,
αισθανθήκαμε σαν τα θύματα του ήρωά του. Σαν τον λαγό που τυφλωμένος από το
φως του προβολέα, ακινητοποιείται αποσβολωμένος, βλέποντας το τροχοφόρο να
έρχεται κατ’ επάνω του.
Όμως η επιτυχία του έργου συνίσταται σε κάτι περισσότερο. Στο εύρημα της
χρήσης της όπερας και του μελοδραματικού στοιχείου ως γέφυρα ενός σχετικά
απλοϊκού κειμένου με τον βαθύτερο συναισθηματικό κόσμο. Ηταν η κλασσική
μουσική και ο οπερετικός κόσμος που δημιούργησε το αίσθημα της ασφυξίας,
πόνου, αγωνίας και απελπισίας, κόντρα στον ανάλαφρο ρυθμό του
πρωταγωνιστή, που χρησιμοποίησε μάλλον τον τρόπο της stand up comedy, για
να ξεφύγει από το ζόφο αυτού που περιέγραφε και εκπροσωπούσε. Οι δύο
γυναίκες σοπράνο (Laura Aikin Aleksandra Zamojska) εξαίσια ερμήνευσαν τους
πολλαπλούς τους ρόλους, υπό την μπαρόκ μουσική της 30μελούς ορχήστρας του
Μ. Haselboch, εικονογραφώντας τα πάθη της αφήγησης.
Πέραν αυτών βέβαια, η ανάδειξη μέσω του θεάτρου, ενός παραδείγματος
αποτυχημένης κοινωνικής επανένταξης φυλακισμένου δολοφόνου, μας βάζει σε
δυσοίωνες σκέψεις, εάν λάβει κανείς υπόψη του τις σχετικές δημόσιες
δηλώσεις του διάσημου πρωταγωνιστή υπέρ της θανατικής ποινής.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ